Το διαρκές προγραμματικό συνέδριο της Νέας Αριστεράς που πραγματοποιήθηκε από τις 22 έως τις 25 Ιανουαρίου αποτέλεσε μια κρίσιμη καμπή για τη φυσιογνωμία, τη στρατηγική και τον πολιτικό προσανατολισμό του κόμματος αλλά και για το μέλλον της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς στη χώρα.
Σε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης εκπροσώπησης, αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού και κοινωνικής κόπωσης, το συνέδριο κλήθηκε να απαντήσει όχι μόνο σε προγραμματικά και οργανωτικά ζητήματα, αλλά κυρίως στο θεμελιώδες ερώτημα του τι είδους πολιτική δύναμη φιλοδοξεί να είναι η Νέα Αριστερά.
Σε ότι αφορά τα πραγματολογικά στοιχεία του Συνεδρίου έληξε με απόλυτη επιτυχία από πλευράς συμμετοχής (1004 διαπιστευμένοι σύνεδροι από περίπου 1.258 του ιδρυτικού συνεδρίου πριν 2 χρόνια). Να σημειωθεί εμφατικά ότι ήταν μεγάλος ο αριθμός των συνέδρων από την περιφέρεια που με δικά τους έξοδα φρόντισαν να είναι αυτό το τετραήμερο στην Αθήνα και να συμμετάσχουν στις συνεδριακές εργασίες αφού αυτές έγιναν εξ ολοκλήρου με αυτοπρόσωπη παρουσία. Γεγονός που υπογραμμίζει την αγωνία του απλού κόσμου για το μέλλον του κόμματος και της Αριστεράς στον τόπο.
Χαρακτηριστικό της έγνοιας και της αγωνίας που διακατείχε τον κόσμο και τα μέλη της Νέας Αριστεράς ήταν η συνεχώς γεμάτη αίθουσα στο ΣΕΦ με μεγάλο αριθμό συνέδρων που υποδειγματικά παρακολουθούσαν τις ομιλίες των συνέδρων.
Εικόνες που είχαμε συνηθίσει σε άλλα κομματικά συνέδρια με σχεδόν άδεια την αίθουσα των ομιλιών και με συνέδρους να πηγαινοέρχονται και να γεμίζει η κεντρική αίθουσα μόνο όταν ο αρχηγός ή τα μεγαλοστελέχη θα μιλούσαν, ανήκαν στο παρελθόν. Ενδεικτικό του ότι η κουλτούρα των αριστερών εμφορείται από την υψηλή αίσθηση της συλλογικότητας και του σεβασμού στις δομές και στη βάση του κόμματος και όχι στα «ρετιρέ» της εξουσίας.
Η διαδικασία χαρακτηρίστηκε από έντονο αλλά γόνιμο πολιτικό διάλογο, με σαφή τα δύο διακριτά ρεύματα που ήδη γνωρίζαμε.
Η πλειοψηφία των συνέδρων κατέληξε να στηρίξει τη γραμμή μιας ριζοσπαστικής, αυτόνομης πολιτικής πορείας, μακριά τόσο από τη λογική της άκριτης κυβερνησιμότητας όσο και από ανακυκλώσεις παλαιών σχημάτων της κεντροαριστεράς.
Η επιλογή αυτή, φάνηκε και από τις ομιλίες της πλειοψηφίας των συνέδρων ότι δεν προέκυψε ως ιδεολογική εμμονή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας νηφάλιας αποτίμησης της πρόσφατης πολιτικής εμπειρίας, και σίγουρα της τραυματικής, για τους περισσότερους πορείας του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2019-2023 με το καταστρόφικό ψάρεμα της ηγεσίας σε θολές δεξαμενές στελεχών και ουδόλως ανιδιοτελών ακροατηρίων του κέντρου αλλά ακόμα και της κεντροδεξιάς.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η συζήτηση γύρω από την πολιτική αυτονομία του κόμματος. Η πλειοψηφική άποψη που υποστηρίχτηκε από το γραμματέα του κόμματος Γαβριήλ Σακελλαρίδη, από τους βουλευτές Ευκλείδη Τσακαλώτο και Πέτη Πέρκα αλλά και πληθώρα στελεχών της ριζοσπαστικής γραμμής, υπογράμμισε ότι η Νέα Αριστερά δεν μπορεί να συγκροτηθεί ως συμπλήρωμα ή εφεδρεία άλλων πολιτικών δυνάμεων, αλλά οφείλει να αρθρώσει δικό της λόγο, δικές της προγραμματικές αιχμές και να διαθέτει διακριτή κοινωνική αναφορά. Η αυτονομία αυτή νοείται όχι ως περιχαράκωση, αλλά ως προϋπόθεση για ουσιαστικές συμμαχίες στη βάση προγραμματικών συγκλίσεων και κοινωνικών αγώνων, και όχι ευκαιριακών εκλογικών υπολογισμών.
Ταυτόχρονα, δεν έλειψαν οι διαφορετικές φωνές που εξέφρασαν ανησυχίες για τον κίνδυνο απομόνωσης ή πολιτικής αδυναμίας. Αυτές οι απόψεις που εκφράστηκαν από τον πρόεδρο Αλέξη Χαρίτση, εμφατικά στην εναρκτήρια ομιλία του, αλλά και από βουλευτές όπως ο Νάσος Ηλιόπουλος και η Έφη Αχτσιόγλου, καταγράφηκαν και συμπεριλήφθησαν και στην πολιτική απόφαση.
Κάτι που είναι πολύ σημαντικό γιατί ένα κόμμα όπως η Νέα Αριστερά πρέπει να έχει καθαρό στίγμα μεν, αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί στη βάση αποκλεισμών και επιβολής πολιτικής ασφυξίας στη μειοψηφία του κόμματος. Αυτές ήταν πρακτικές τις οποίες η πλειοψηφία του κόμματος είχε υποστεί στον ΣΥΡΙΖΑ και κανείς δεν θέλει να επαναληφθούν.
Άλλωστε στη συντριπτική πλειοψηφία των συνέδρων το κύριο μέλημα ήταν να συνεχίσει όλο το κόμμα ενωμένο, να αποφευχθεί μια νέα διάσπαση. Γι αυτό και η πολιτική απόφαση που προέκυψε ως αποτέλεσμα της ζύμωσης των ηγετικών στελεχών και των δύο ρευμάτων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και ανακούφιση και υπερψηφίστηκε σχεδόν ομόφωνα (15 κατά και 20 λευκά). Μοναδική παραφωνία ο Νίκος Μπίστης που την καταψήφισε και παραβιάζοντας τη διαδικασία τοποθετήθηκε εναντίον της στο τέλος «μαλώνοντας» σε ένα κρεσέντο πολιτικής ασέβειας το σώμα των συνέδρων που την υπερψήφισε.
Παράλληλα, το συνέδριο ανέδειξε τη σημασία της ριζοσπαστικότητας ως απάντηση στη νεοφιλελεύθερη κανονικότητα που βαθαίνει τις ανισότητες και υπονομεύει τη δημοκρατία. Οι παρεμβάσεις της πλειοψηφίας τόνισαν ότι χωρίς σαφή σύγκρουση με τις κυρίαρχες πολιτικές –στο πεδίο της εργασίας, της στέγης, της δημόσιας υγείας και παιδείας, της οικολογικής κρίσης– η Αριστερά κινδυνεύει να καταστεί μια διαχειριστική δύναμη, ανενεργή κοινωνικά. Η ριζοσπαστική γραμμή παρουσιάστηκε ως ρεαλιστική επιλογή για όσους και όσες πλήττονται από τις σημερινές πολιτικές, και όχι ως αφηρημένο ιδεολογικό σχήμα.
Η τελική πολιτική απόφαση άλλωστε υπέρ της αυτόνομης ριζοσπαστικής κατεύθυνσης έδειξε ότι η πλειοψηφία εκτιμά πως η κοινωνική γείωση και η αξιοπιστία κερδίζονται με καθαρό πολιτικό στίγμα και όχι με ασάφεια.
Συνολικά, το συνέδριο της Νέας Αριστεράς κατέληξε σε μια κατεύθυνση που επιχειρεί να απαντήσει στις σύγχρονες προκλήσεις με πολιτικό θάρρος και στρατηγική σαφήνεια. Η επιλογή της πλειοψηφίας δεν εγγυάται από μόνη της την επιτυχία, θέτει όμως τις βάσεις για ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει μια Αριστερά μαχητική, δημοκρατική και κοινωνικά αναγκαία. Το αν αυτή η κατεύθυνση θα δικαιωθεί, θα κριθεί στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες που έρχονται.
