Η πρόσφατη ανακοίνωση ότι συγκεντρώθηκαν πάνω από 23.000 υπογραφές από δημότες για την τύχη της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης φέρνει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ζήτημα: πώς και σε ποιο βαθμό μπορούν οι πολίτες να επηρεάσουν αποφάσεις μεγάλης κλίμακας που αφορούν τον τόπο τους. Η πρωτοβουλία, που, όπως αναφέρεται, θα κατατεθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου, ενεργοποιεί διαδικασίες που προβλέπει το νομοθετικό πλαίσιο για τα τοπικά δημοψηφίσματα.
Η μαζική αυτή κινητοποίηση δεν είναι συγκυριακή. Αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης ανάγκης: οι πολίτες επιθυμούν ουσιαστική συμμετοχή στον σχεδιασμό του δήμου τους. Ταυτόχρονα, η ίδια η συγκέντρωση των υπογραφών λειτούργησε ως καταλύτης εξελίξεων, καθώς αμέσως μετά την ανακοίνωσή της το Υπερταμείο, ως διαχειριστικός φορέας, επαναγνωστοποίησε τις προθέσεις του για τη ΔΕΘ. Η κοινωνική πίεση, ακόμη και πριν τη θεσμική της κατάληξη, απέδειξε ότι η ενεργή συμμετοχή παράγει πολιτικό αποτέλεσμα.
Η κατάσταση, όμως, αποκαλύπτει τα όρια του σημερινού μοντέλου. Παρότι η ΔΕΘ βρίσκεται στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, δεν αποτελεί διοικητική αρμοδιότητα του Δήμου. Έτσι, ακόμη και αν οι πολίτες εκφραστούν θεσμικά, η απόφασή τους δεν θα είναι δεσμευτική. Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβληματισμού: ποιος έχει τελικά τον πρώτο λόγο για την πόλη οι κάτοικοί της ή οι κεντρικοί φορείς;
Οι εθνικής εμβέλειας σχεδιασμοί επηρεάζουν άμεσα τις τοπικές κοινωνίες, χωρίς όμως πάντοτε να διασφαλίζεται η ουσιαστική συμμετοχή τους. Το παράδειγμα της ΔΕΘ αναδεικνύει μια διαχρονική απόσταση ανάμεσα στον κεντρικό σχεδιασμό και τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας.
Η λαϊκή βούληση εκφράζεται θεσμικά σε δύο επίπεδα: στις αυτοδιοικητικές και στις εθνικές εκλογές. Μεταξύ αυτών, όμως, διαμορφώνεται μια γκρίζα ζώνη. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης συχνά δεν έχουν την αρμοδιότητα για έργα που επηρεάζουν καθοριστικά την καθημερινότητα των πολιτών, ενώ η κεντρική πολιτική σκηνή σπανίως εστιάζει συστηματικά στα τοπικά ζητήματα. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, ο προγραμματικός λόγος φαίνεται να υποχωρεί. Θεωρητικά, οι βουλευτές λειτουργούν ως ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ τοπικής κοινωνίας και κεντρικής εξουσίας• στην πράξη, όμως, αυτός ο δίαυλος δεν λειτουργεί αποτελεσματικά.
Σε αυτό το κενό, η τοπική αυτοδιοίκηση αναδεικνύεται σε θεμέλιο λίθο της άμεσης δημοκρατίας. Η ενίσχυση των ΟΤΑ σε θεσμικό, διοικητικό και οικονομικό επίπεδο δεν αποτελεί απλώς διοικητική μεταρρύθμιση• αποτελεί προϋπόθεση για την αναγέννηση μιας περιφέρειας που σταδιακά ερημώνει. Χρειαζόμαστε μικρά, ισχυρά διοικητικά κέντρα σε όλη τη χώρα – κέντρα λήψης και υλοποίησης αποφάσεων που βρίσκονται κοντά στον πολίτη και αντλούν νομιμοποίηση από αυτόν.
Όχι δήμους που περιορίζονται στον ρόλο του εφαρμοστή των κεντρικών κατευθύνσεων.
Η ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ταυτόχρονα όρος δημογραφικής και οικονομικής επιβίωσης της περιφέρειας. Ισχυροί δήμοι, με αρμοδιότητες και πόρους, μπορούν να κρατήσουν τους νέους στον τόπο τους. Όταν η τοπική αρχή σχεδιάζει με συνέπεια, επενδύει στις υποδομές, στηρίζει την τοπική παραγωγή, τον πολιτισμό και την παιδεία, και συμπεριλαμβάνει τους πολίτες στον σχεδιασμό, δημιουργεί συνθήκες σταθερότητας και προοπτικής. Χωρίς αυτές, η εσωτερική μετανάστευση θα συνεχίσει να αποδυναμώνει την ελληνική επαρχία. Με αυτές, η περιφέρεια μπορεί να μετατραπεί ξανά σε χώρο δημιουργίας και ζωής και όχι απλώς σε τόπο καταγωγής.
Η δημοκρατία δεν ενεργοποιείται μόνο την ημέρα των εκλογών.
Είναι μια διαρκής διαδικασία συμμετοχής, ευθύνης και λογοδοσίας. Πολίτες ώριμοι και ενεργοί, προϋποθέτουν πραγματικό πεδίο παρέμβασης ενώ μια ζωντανή περιφέρεια, να της δώσουμε ουσιαστική εξουσία. Η ενίσχυση των ΟΤΑ δεν είναι διοικητική λεπτομέρεια• είναι πολιτική επιλογή για το πού θα βρίσκεται η δύναμη: συγκεντρωμένη στο κέντρο ή κατανεμημένη στις τοπικές κοινωνίες. Το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης μάς υπενθυμίζει ότι οι κοινωνίες δεν είναι θεατές.
Και όταν διεκδικούν λόγο για τον τόπο τους, το ζητούμενο δεν είναι να τους υπενθυμίζουμε τα όρια, αλλά να διευρύνουμε τις δυνατότητες.
Συνυδριτής Syniparxis Org
