
Πρόεδρος ΕΦΦΕ Άρτας-Φιλιππιάδας
Μέλος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φοροτεχνικών (ΠΟΦΕΕ)
Email: [email protected]
Οι φετινές φορολογικές δηλώσεις, όπως σχεδόν κάθε χρόνο, συνοδεύτηκαν από παράταση της προθεσμίας υποβολής τους, η οποία πλέον λήγει στις 24 Ιουλίου 2026. Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη πρακτική που αποδεικνύει ότι ο αρχικός σχεδιασμός του χρονοδιαγράμματος δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας, της φορολογικής διοίκησης και κυρίως των λογιστικών γραφείων.
Εδώ και χρόνια, τα συνδικαλιστικά όργανα των λογιστών – φοροτεχνικών επισημαίνουν ότι η περίοδος υποβολής των φορολογικών δηλώσεων πρέπει να είναι σταθερή, να διαρκεί τουλάχιστον πέντε μήνες και να μην περιλαμβάνει τον Αύγουστο,. Παρ’ όλα αυτά, η πρακτική παραμένει η ίδια: ορίζεται ως καταληκτική ημερομηνία η 15η Ιουλίου, ακολουθεί παράταση λίγων ημερών και τελικά παρουσιάζεται ως «διευκόλυνση» μια εξέλιξη που θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί εξαρχής.
Η πραγματικότητα στα λογιστικά γραφεία είναι πολύ διαφορετική από αυτή που αποτυπώνεται στα δελτία Τύπου. Ο Ιούλιος έχει μετατραπεί σε μήνα ασφυκτικών προθεσμιών, καθώς οι φορολογικές δηλώσεις συνυπάρχουν με δεκάδες άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από την ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων και τις συνεχείς αλλαγές στη νομοθεσία.
Ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις, θα μπορούσε να εξεταστεί σοβαρά η ολοκλήρωση της διαδικασίας υποβολής των δηλώσεων έως τις 30 Σεπτεμβρίου, χωρίς να επηρεάζεται ούτε η εισπραξιμότητα ούτε ο κρατικός προϋπολογισμός. Αντίθετα, θα εξασφαλιζόταν μεγαλύτερη ακρίβεια, λιγότερα λάθη και ποιοτικότερες δηλώσεις, προς όφελος τόσο των φορολογουμένων όσο και της ίδιας της φορολογικής διοίκησης.
Αντί λοιπόν να πανηγυρίζουμε κάθε χρόνο για ολιγοήμερες παρατάσεις, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε γιατί το ίδιο πρόβλημα επαναλαμβάνεται αδιάκοπα και γιατί δεν υιοθετείται ένας σταθερός και ρεαλιστικός προγραμματισμός.
Το φορολογικό περιβάλλον, όμως, δεν εξαντλείται στις προθεσμίες.
Ένα ακόμη ζήτημα που χρήζει επανεξέτασης είναι η λειτουργία του συστήματος των τεκμηρίων σε συνδυασμό με το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα των ελευθέρων επαγγελματιών.
Σήμερα δημιουργείται ένα εμφανές φορολογικό παράδοξο. Ο φορολογούμενος μπορεί να φορολογείται για εισόδημα που δεν απέκτησε πραγματικά, επειδή αυτό προκύπτει τεκμαρτά, ενώ παράλληλα καλείται να αποδείξει καταναλωτικές δαπάνες σαν να είχε πράγματι εισπράξει το συγκεκριμένο εισόδημα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο με την υποχρέωση πραγματοποίησης ηλεκτρονικών δαπανών που αντιστοιχούν στο 30% του εισοδήματος, διαφορετικά επιβάλλεται πρόσθετος φόρος 22% επί της διαφοράς. Έτσι, ένας επαγγελματίας που φορολογείται με βάση ένα υψηλότερο τεκμαρτό εισόδημα μπορεί να υποχρεωθεί να πραγματοποιήσει αγορές που στην πραγματικότητα αδυνατεί οικονομικά να κάνει.
Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αν κάποιος φορολογηθεί για καθαρό εισόδημα 50.000 ευρώ λόγω τεκμηρίων, οφείλει να εμφανίσει ηλεκτρονικές δαπάνες ύψους 15.000 ευρώ. Αν όμως το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του είναι σημαντικά χαμηλότερο, είναι προφανές ότι δυσκολεύεται να καλύψει αυτό το ποσό. Εκτός από τον φόρο εισοδήματος, την προκαταβολή φόρου και τις λοιπές επιβαρύνσεις, κινδυνεύει να επιβαρυνθεί και με επιπλέον φόρο λόγω της μη κάλυψης των απαιτούμενων ηλεκτρονικών συναλλαγών. Πρόκειται για μια αντίφαση που αξίζει να εξεταστεί εκ νέου, υπό το πρίσμα της φορολογικής δικαιοσύνης και της αρχής της φορολόγησης με βάση την πραγματική φοροδοτική ικανότητα.
Η πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επισημαίνει ότι η φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον φορολογικό «σφήνα» (tax wedge) να φθάνει περίπου στο 44,8% για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων. Το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συνδυάζεται με τους σχετικά χαμηλούς μισθούς, τον επίμονο πληθωρισμό και το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό.
Ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφάται από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και ανελαστικές δαπάνες, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια για αξιοπρεπή διαβίωση και αποταμίευση. Οι μακροοικονομικοί δείκτες μπορεί να παρουσιάζουν βελτίωση, όμως η καθημερινότητα πολλών πολιτών εξακολουθεί να δοκιμάζεται.
Την ίδια στιγμή, το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες πίεσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η πρωτοβουλία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να θέσει σε δημόσια διαβούλευση το νέο πλαίσιο για την αυτοκατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί μια θετική εξέλιξη. Η δυνατότητα εγκατάστασης μικρών φωτοβολταϊκών συστημάτων έως 800 Watt, τα γνωστά πλέον «φωτοβολταϊκά μπαλκονιού», καθώς και μικρών συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας για ιδία χρήση, μπορεί να δώσει σε αρκετά νοικοκυριά τη δυνατότητα να περιορίσουν μέρος των ενεργειακών τους δαπανών.
Ωστόσο, τέτοιες παρεμβάσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, οι πολεμικές συγκρούσεις και η αστάθεια στις αγορές ενέργειας εξακολουθούν να διατηρούν υψηλό το κόστος παραγωγής και μεταφοράς αγαθών και υπηρεσιών. Οι συνέπειες μεταφέρονται τελικά στον καταναλωτή, επιβαρύνοντας περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα.
Η αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους απαιτεί μακροπρόθεσμη στρατηγική. Οι έκτακτες επιδοτήσεις και τα vouchers μπορούν να λειτουργήσουν ως προσωρινό μέτρο ανακούφισης, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν μόνιμη ενεργειακή πολιτική.
Χρειάζονται διαρθρωτικές παρεμβάσεις που θα μειώσουν ουσιαστικά το κόστος για την ελληνική οικονομία και θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Η οικονομία δεν κρίνεται μόνο από τους δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά κυρίως από την καθημερινότητα των πολιτών. Η σταθερότητα στο φορολογικό σύστημα, η δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, η εξάλειψη των φορολογικών αντιφάσεων και η αποτελεσματική αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους αποτελούν προϋποθέσεις για μια οικονομία που δεν θα υπηρετεί μόνο τους αριθμούς, αλλά και τους ανθρώπους. Αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο για την επόμενη ημέρα.
