in ,

Η κυβερνητική της μνήμης στην Άρτα | του Νίκου Μπιλανάκη

editor_image

Ιατρού – Ψυχιάτρου


Οι πληροφορίες που συνιστούν τον παρελθόντα χρόνο καταχωρούνται στη μνήμη. Η μνήμη όμως δεν εμπεριέχει απλά το παρελθόν. Επιπλέον, το νοηματοδοτεί, κάνοντας τον εγκλεισμένο σε αυτό χρόνο, να αποκτά νόημα. Αυτό συμβαίνει τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η συλλογική μνήμη- η μνήμη μιας ομάδας ανθρώπων, ενός τόπου, των κατοίκων μιας χώρας κλπ- συγκροτείται και επιβάλλεται μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών που έχει στη διάθεση της η εκάστοτε κεντρική και τοπική εξουσία. Ανάμεσα στους μηχανισμούς αυτούς συγκαταλέγεται η εκπαίδευση, η τέχνη, η ονοματοθεσία δρόμων και πλατειών, η τοποθέτηση προτομών, αγαλμάτων και μνημείων στον χώρο, η συντήρηση και ανάδειξη ιστορικών κτηρίων, οι κυκλικοί εορτασμοί ιστορικών επετείων, οι παρελάσεις, οι επετειακές τελετές, κλπ. Όλοι οι παραπάνω μηχανισμοί συμπράττουν στην παραγωγή συλλογικού παρελθόντος και συλλογικής μνήμης, περιλαμβάνοντας και υπογραμμίζοντας ή αποκλείοντας και αποσιωπώντας διάφορες όψεις αυτού του παρελθόντος.

Ο τρόπος διαχείρισης και ελέγχου του χρόνου από την ελίτ που μας κυβερνά οφείλει πάντα να προβληματίζει εμάς τους πολίτες και να μας κρατά σε εγρήγορση. Γιατί κάθε ελεύθερος άνθρωπος οφείλει να υπερασπίζεται την αλήθεια. Και αλήθεια είναι όχι μόνο κάθε γεγονός που πραγματικά συνέβη αλλά και ο αγώνας να μην λησμονηθεί ότι συνέβη (α+λήθη).

Αν παρατηρήσουμε την ονοματοθεσία των πιο βασικών δρόμων της πόλης, της Άρτας θα αντιληφθούμε πως η διαχρονική κυβερνώσα ελίτ της πόλης μας καθόρισε άμεσα και έκτοτε διατηρεί εν ισχύ το επιθυμητό ιστορικό πλαίσιο που οφείλει να έχει η πόλη: οδός Αμβρακίας που μετονομάζεται σε Βασιλέως Πύρρου η μία- να καθορίζει το μακρινό παρελθόν, Νικολάου Σκουφά η κεντρική οδός για να τιμά το πρόσφατο παρελθόν και Βασιλέως Κωνσταντίνου η τρίτη- να παραπέμπει στην πιό πρόσφατη τελική απελευθέρωση της πόλης. Η λοιπή ονοματοθεσία άλλων περιφερικών οδών αναδεικνύει το κυρίαρχο χριστιανικό θρήσκευμα των κατοίκων της πόλης (Αγ. Θεοδώρας, Αγ. Αρτεμίου, Μητροπολίτη Πορφυρίου, Μαξιμου Γραικού κ.α.), μνημονεύει τοπωνύμια τόπων καταγωγής των κατοίκων της (Τζουμέρκων, Θεοδώριανων κ.α.), τοπωνύμια άλλων χαμένων πατρίδων (Σμύρνης, Μ. Ασίας, Χιμάρας, κ.α), τιμά πρόσωπα και γεγονότα από την Ελληνική Επανάσταση (Μπότσαρη, Κανάρη, Καραϊσκάκη, κ.α.), μνημονεύει σημαίνοντα πρόσωπα από την σύγχρονη ελληνική ιστορία (Βενιζέλου, Βελουχιώτη, Καποδίστρια κ.α. ) ποιητές (Ελύτη, Κρυστάλλη, Σικελιανού κ.α.) ή επιφανείς από την τοπική κοινωνία (Ζάρα, Πατσαλιά, Τζανέτου, Πριόβολου, Τσούτσινου κ.α.). Διακρίνουμε επίσης ονοματοθεσία δρόμων προς τιμή Φιλελλήνων (Λ. Βύρωνα, Νόρμαν, Τορέλα όπως και οδό Φιλελλήνων). Δεν διακρίναμε όμως καμία ονοματοθεσία προς τιμή προσωπικοτήτων από την εβραϊκή κοινότητα που από το 1100 μ.Χ. κατοίκησαν αυτήν την πόλη και αναδιαμόρφωσαν την πορεία της, μέχρι τουλάχιστον που δόθηκε η σύγχρονη “τελική λύση” από τους Ναζιστές Γερμανούς. Δεν διακρίναμε επίσης καμία ονοματοθεσία προς τιμή κάποιας προσωπικότητας από την άλλη θρησκευτική κοινότητα (την μουσουλμανική) που διοίκησε επί 430 χρόνια την τότε Νάρδα. Επίσης δεν αντιληφθήκαμε ονοματοθεσία οδών προς τιμή των Γάλλων Προξένων ή προξένων άλλων χωρών που από τον 17ο και όλο τον 18ο αιώνα διαδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο στην τοπική εμπορική κυρίως ιστορία. Ούτε προς τιμή ξένων περιηγητών (όπως των Πουκεβίλ, Turner, Hughes, κ.α.) που περιήλθαν τον τόπο αυτό και ανέδειξαν ιστορικά στοιχεία για την περιοχή μας. Αλλά ούτε και προς τιμή άλλων αλλοεθνών (Σέρβων, Αλβανών, Ιταλών κλπ) Ηγεμόνων ή άλλων σημαινόντων του Δεσποτάτου της Ηπείρου της περιόδου μετά την δυναστεία των Άγγελων Κομνηνών – για τους οποίους υπάρχει σχετική ονοματοθεσία (Κομνηνού, Άγγελου Νικηφόρου, Παλαιολογίνας). Συμπερασματικά, από την ονοματοθεσία δρόμων και πλατειών της πόλης της Άρτας, προκύπτει μια διαχρονική διάθεση διαμόρφωσης ενός συλλογικού παρελθόντος και μιας συλλογικής μνήμης που οφείλει να στηρίζεται στα κυρίαρχα υλικά της ορθοδοξίας και της ελληνικότητας. Είναι ολοφάνερη η απουσία ονοματοθεσίας προς τιμή Εβραίων Αρτινών ή άλλων μη-Ελλήνων σημαινόντων κυρίως από την μεσαιωνική Άρτα και βέβαια η απουσία κάθε αναφοράς στην οθωμανική περίοδο της πόλης.

Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν από τη μελέτη των 10 αγαλμάτων και των 4 μνημείων της Άρτας. Με χορηγούς των έργων αυτών τον Δήμο Αρταίων, τον Ελληνικό Στρατό ή ιδιώτες φυσικά ή νομικά πρόσωπα παρατηρούμε ότι κυρίως τα αρχικά φιλοτεχνηθέντα έργα αποσκοπούσαν πρωτευόντως στην εμπέδωση του επιθυμητού εθνικού αφηγήματος και μόνο σε κατοπινότερα έργα, που φιλοτεχνήθηκαν σε εποχές μικρότερης κοινωνικής πόλωσης και διχασμού, μνημονεύονται λογοτέχνες π.χ. Περάνθης, Παπαγεωργίου-Ράγκος, Κοντζιούλας, Μόραλης ή περισσότερο απαρτιωτικά έργα όπως το Μνημείο Εθνικής Αντίστασης 1941-45 ή το -πρώτο μνημείο για Άλλους- Μνημείο για Εβραίους Μάρτυρες.

Σε όλες αυτές τις πρακτικές διαχείρισης του χρόνου και διαμόρφωσης της επιθυμητής συλλογικής μνήμης στην πόλη μας ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε και τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν σε σχέση με την διαχείριση των μνημείων της οθωμανικής περιόδου της περιοχής μας. Στο μεν Φειζούλ Τζαμί επιχειρήθηκε ακόμα και η αλλαγή χρήσης του μνημείου και η μεταμόρφωση του σε κατοικία ενώ το Ιμαρέτ αφέθηκε να ρημάζει δεκαετίες τώρα αφρόντιστο και απεριποίητο με άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης του παρά τις περί του αντιθέτου δημοσιοποιημένες μελέτες συντήρησης και ανάδειξης του μνημείου. Το ίδιο και χειρότερα συνέβησαν και με τα μνημεία της Εβραϊκής κοινότητας, όπου καταστράφηκε ολοσχερώς η Συναγωγή και το Εβραϊκό Κοιμητήριο της- αν και στην προκειμένη περίπτωση, ιδιαίτερα τα τελευταία έτη παρατηρούμε μια αυξημένη επετειακή τουλάχιστον κινητικότητα.

Εξ όλων των ανωτέρω θεωρώ σημαντικό να υιοθετηθεί μια άλλη, εναλλακτική διαχείριση του χρόνου και της συλλογικής μας μνήμης. Μια διαχείριση που θα επέβαλλε ως προτεραιότητες τα παρακάτω:

αδελφοποίηση με τον Δήμο Κορινθίων. Η πράξη αυτή θα αναδείκνυε τη σημασία που οφείλει να αποδώσει η πόλη μας στους Κορίνθιους προπάτορες της Άρτας, που ίδρυσαν την αρχαία Αμβρακία. Μέσα από αυτήν μάλιστα την αδελφοποίηση να επιδιωχθούν κοινές δράσεις που να αναδεικνύουν την ιστορική αυτή περίοδο και να συγκροτούν θετική υποδοχή σε αξίες που την στηρίζουν, όπως την μετανάστευση σαν ανθρώπινη ανάγκη, την εμπορική και πολιτισμική συνεργασία των πόλεων κλπ. Αντ’ αυτού ο Δήμος Αρταίων, έχει επιλέξει να έχει αδελφοποιηθεί με το Διδυμότειχο (;), τα Λεύκαρα Κύπρου (;) και το Σιδέρνο Ιταλίας, ενώ σχεδιάζει να αδελφοποιηθεί με το Φαγκαράς της Ρουμανίας για να αναδείξει -λέει -τον πορεία του Μαξιμου Γραικού προς την Ρωσία και τον θρησκευτικό τουρισμό!

πρωτοβουλία συνεργασίας με το Δήμο Ιωαννίνων (Δήμο, Πανεπιστήμιο, ιδιωτικούς πολιτισμικούς φορείς κλπ) για την από κοινού ανάδειξη της ιστορικής εποχής του Πύρρου, των επιτυχιών του και των αποτυχιών του. Ο Πύρρος αποτελεί συνολικό Ηπειρωτικό θησαυρό, που δεν πρέπει να χαρισθεί μόνο στην γενέτειρα του Πασσαρώνα αλλά οφείλει να διεκδικηθεί και από την Άρτα.

πρωτοβουλία δημιουργίας άτυπης Ομοσπονδίας πόλεων, με συμμετέχουσες εκείνες των οποίων οι κάτοικοι τους εξαναγκάστηκαν να μετοικήσουν για να δημιουργήσουν την Νικόπολη. Η πρωτοβουλία αυτή θα αντιμετωπίσει το συλλογικό και ξεχασμένο τραύμα της χιλιόχρονης αναγκαστικής φυγής από την Αμβρακία και θα προσπορίσει μέσω της απόπειρας διαχείρισης της κοινής αυτής μνήμης, τουριστικά οφέλη στην Άρτα, που αναμένονται τεράστια δεδομένης της απόφασης να αναδειχθεί η Ρωμαική πόλη της Νικόπολης.

αναδιάταξη των συνολικών προτεραιοτήτων στην διαχείριση των συλλογικών μνημών: προτεραιοποίηση εννοιών όπως αποδοχή και ανοχή στην Ετερότητα και τον Άλλον, σαφής και ρητή αποχή από την μισαλλοδοξία, υιοθέτηση της πολυπολιτισμικής συμβίωσης με αρχές και κανόνες. Και ενώ πρακτικά, τα παραπάνω σημαίνουν ανεμπόδιστη αποδοχή του Οθωμανικού παρελθόντος της πόλης και της παρουσίας της Εβραϊκής κοινότητας σε αυτήν, ταυτόχρονα η προβολή αυτής της πραγματικότητας μπορεί να αποφέρει σημαντικά κέρδη στην νοοτροπία και στον πολιτισμό των τωρινών κατοίκων της αλλά και να ενισχύσει παράλληλα και τον τουριστικό τομέα. Κάτι που ήδη το είδαμε να συμβαίνει με τον Μπουτάρη στη Θεσσαλονίκη, γιατί να μην συμβεί και στην Άρτα; Τελειώνοντας, ας πώ ότι πολιτισμένος άνθρωπος δεν είναι αυτός που παινεύεται για τα ιστορικά κατορθώματά του ως έθνος, προβάλλοντας μόνο ότι προέρχεται από τους αρχαίους Έλληνες αλλά συγχρόνως αποσιωπά την πολιτισμική κληρονομιά που προέρχεται από διαφορετικούς συνισταμένους πολιτισμούς ή από άλλες εποχές. Πολιτισμένος άνθρωπος και πολιτισμένος Έλληνας είναι αυτός που αποδέχεται τη συνολική πολιτισμική κληρονομιά του τόπου του, ασχέτως αν αυτή αποτελεί αποτέλεσμα διαφορετικών εθνοτήτων, κουλτούρων και εποχών.