
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικούς στόχους της φορολογικής πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται η επίτευξη αυτού του στόχου έχει αλλάξει ριζικά. Η τεχνολογία, η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και η διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων έχουν δημιουργήσει ένα εντελώς νέο ελεγκτικό περιβάλλον, στο οποίο η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων διαθέτει πλέον πολύ περισσότερα εργαλεία για να εντοπίζει αποκλίσεις και παραβάσεις.
Η υποχρέωση εξόφλησης συναλλαγών αξίας άνω των 500 ευρώ μέσω τραπεζικού μέσου δεν είναι μια νέα νομοθετική πρόβλεψη. Ισχύει εδώ και αρκετά χρόνια και έχει ως σκοπό τη διαφάνεια των συναλλαγών και τον περιορισμό της διακίνησης μετρητών. Εκείνο όμως που έχει μεταβληθεί ουσιαστικά δεν είναι το περιεχόμενο της διάταξης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή πλέον ελέγχεται.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η διαπίστωση μιας τέτοιας παράβασης εξαρτιόταν κυρίως από έναν επιτόπιο φορολογικό έλεγχο. Αν κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαπιστωνόταν ότι μια συναλλαγή εξοφλήθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας, τότε επιβάλλονταν οι προβλεπόμενες κυρώσεις. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η παρουσία του ελεγκτή μέσα στην επιχείρηση δεν αποτελεί πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για να εντοπιστεί μια παράβαση.
Η καθολική εφαρμογή των ηλεκτρονικών βιβλίων (myDATA), η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS, η ηλεκτρονική διαβίβαση των φορολογικών στοιχείων και η συνεχής συλλογή δεδομένων επιτρέπουν πλέον στην ΑΑΔΕ να πραγματοποιεί στοχευμένες ηλεκτρονικές διασταυρώσεις. Κάθε συναλλαγή δημιουργεί ένα ψηφιακό αποτύπωμα, το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί ακόμη και αρκετούς μήνες μετά την πραγματοποίησή της. Με άλλα λόγια, ο έλεγχος δεν σταματά τη στιγμή που ο πελάτης αποχωρεί από το κατάστημα· ουσιαστικά συνεχίζεται μέσα από τα πληροφοριακά συστήματα της φορολογικής διοίκησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τη διάρκεια της φετινής τουριστικής περιόδου παρατηρείται έντονη κινητικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών σε περιοχές με αυξημένη επιχειρηματική δραστηριότητα. Επιχειρήσεις εστίασης, ξενοδοχεία, beach bars, καφέ, νυχτερινά κέντρα και γενικότερα ο κλάδος της λιανικής βρίσκονται στο επίκεντρο των ελέγχων. Η έκδοση της νόμιμης απόδειξης εξακολουθεί να αποτελεί βασικό αντικείμενο ελέγχου, όμως πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον τρόπο εξόφλησης κάθε συναλλαγής.
Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τις επιχειρήσεις. Δεν αρκεί πλέον η σωστή έκδοση του φορολογικού στοιχείου και η ορθή καταχώρισή του στα λογιστικά βιβλία. Εξίσου σημαντικό είναι να αποδεικνύεται ότι η πληρωμή πραγματοποιήθηκε με τον τρόπο που προβλέπει η νομοθεσία. Η φορολογική διοίκηση έχει πλέον τη δυνατότητα να εντοπίζει αποκλίσεις χωρίς φυσική παρουσία ελεγκτή, αξιοποιώντας αποκλειστικά τα ηλεκτρονικά δεδομένα που διαβιβάζονται καθημερινά.
Η εξέλιξη αυτή αναμφίβολα ενισχύει τη διαφάνεια και περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια πραγματικής φοροδιαφυγής. Παράλληλα, όμως, φέρνει στην επιφάνεια ένα ζήτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τις επιχειρήσεις και τους φοροτεχνικούς: υπάρχουν περιπτώσεις όπου η επιχείρηση έχει τηρήσει όλες τις φορολογικές της υποχρεώσεις, αλλά αδυνατεί, για αντικειμενικούς λόγους, να εφαρμόσει τη διαδικασία πληρωμής που επιβάλλει η νομοθεσία.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται μια σημαντική διάκριση που αξίζει να προβληματίσει τόσο τη διοίκηση όσο και τον νομοθέτη. Άλλο είναι η εσκεμμένη απόκρυψη μιας συναλλαγής και άλλο η αντικειμενική αδυναμία ολοκλήρωσης της πληρωμής μέσω τραπεζικού συστήματος, όταν η συναλλαγή έχει ήδη δηλωθεί και θα φορολογηθεί κανονικά.
Στην πράξη, οι επιχειρήσεις της εστίασης, του τουρισμού και της διασκέδασης έρχονται καθημερινά αντιμέτωπες με περιστατικά που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν ή να αποφευχθούν.
Ας υποθέσουμε ότι σε ένα εστιατόριο εκδίδεται απόδειξη συνολικής αξίας 760 ευρώ. Ο υπεύθυνος ζητά από τον πελάτη να εξοφλήσει μέσω POS, όπως ορίζει η νομοθεσία. Κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, όμως, η κάρτα απορρίπτεται επειδή το διαθέσιμο υπόλοιπο δεν επαρκεί.
Οι υπόλοιποι της παρέας διαθέτουν μόνο μετρητά και δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα ηλεκτρονικής πληρωμής εκείνη τη στιγμή. Η επιχείρηση έχει ήδη εκδώσει τη νόμιμη απόδειξη, έχει καταχωρίσει το έσοδο και θα φορολογηθεί γι’ αυτό. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται μπροστά σε ένα πραγματικό αδιέξοδο.
Σε μια άλλη περίπτωση, ξενοδοχειακή μονάδα ολοκληρώνει το check-out πελάτη με συνολικό λογαριασμό 1.350 ευρώ. Η πληρωμή επιχειρείται επανειλημμένα μέσω POS, όμως παρουσιάζεται προσωρινή διακοπή στο τραπεζικό δίκτυο και καμία συναλλαγή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.
Ο πελάτης πρέπει να αναχωρήσει άμεσα για να προλάβει την πτήση του και διαθέτει το αντίστοιχο ποσό μόνο σε μετρητά.
Η συναλλαγή είναι απολύτως νόμιμα καταχωρισμένη, όμως η επιχείρηση αδυνατεί να εφαρμόσει τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος.
Παρόμοια εικόνα μπορεί να συναντήσει κανείς και σε επιχειρήσεις νυχτερινής διασκέδασης. Λίγο πριν το κλείσιμο του καταστήματος εκδίδεται λογαριασμός αξίας άνω των 1.000 ευρώ. Κατά την προσπάθεια πληρωμής, η κάρτα του πελάτη μπλοκάρεται λόγω επαναλαμβανόμενης λανθασμένης εισαγωγής του PIN, ενώ η επικοινωνία με την τράπεζα είναι αδύνατη εκείνη την ώρα. Η μοναδική δυνατότητα εξόφλησης είναι τα μετρητά, χωρίς αυτό να αποτελεί επιλογή ούτε της επιχείρησης ούτε του πελάτη.
Ανάλογες δυσκολίες παρουσιάζονται σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές, όπου μια διακοπή ηλεκτροδότησης ή μια βλάβη στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο μπορεί να θέσει εκτός λειτουργίας τα POS για αρκετές ώρες. Οι επιχειρήσεις καλούνται να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους, έχοντας ήδη εκδώσει τα νόμιμα παραστατικά και καταχωρίσει τις συναλλαγές τους, χωρίς όμως να μπορούν να ολοκληρώσουν την πληρωμή με ηλεκτρονικό τρόπο.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν αποκρύπτεται το έσοδο, δεν εκδίδονται εικονικά στοιχεία, δεν ζημιώνεται το Δημόσιο και δεν υφίσταται φοροδιαφυγή ως προς τη φορολογητέα ύλη. Η μοναδική απόκλιση αφορά αποκλειστικά τον τρόπο εξόφλησης της συναλλαγής.
Είναι λοιπόν εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν συνειδητά να αποκρύψουν φορολογητέα ύλη και εκείνες που αποδεδειγμένα προσπάθησαν να εφαρμόσουν τη νομοθεσία, αλλά προσέκρουσαν σε περιστάσεις πέρα από τον έλεγχό τους.
Η ψηφιακή μετάβαση της φορολογικής διοίκησης αποτελεί μια σημαντική κατάκτηση και αναμφίβολα συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των ελέγχων θα πρέπει να συνοδεύεται και από την αρχή της αναλογικότητας.
Ένα σύγχρονο φορολογικό πλαίσιο οφείλει να διαχωρίζει τις περιπτώσεις δόλιας συμπεριφοράς από εκείνες στις οποίες η επιχείρηση έχει λειτουργήσει καλόπιστα, έχει εκδώσει το νόμιμο φορολογικό στοιχείο, έχει δηλώσει το έσοδό της και δεν αποκομίζει κανένα φορολογικό όφελος από τη διαφορετική μορφή εξόφλησης.
Η τεχνολογία μπορεί να εντοπίζει τις παραβάσεις με πρωτοφανή ακρίβεια.
Η πρόκληση, όμως, για τον νομοθέτη είναι να διαμορφώσει ένα πλαίσιο που θα αξιοποιεί αυτή τη δυνατότητα χωρίς να παραγνωρίζει τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Μόνο έτσι θα επιτευχθεί η ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στη δίκαιη μεταχείριση των συνεπών επιχειρήσεων που καθημερινά προσπαθούν να τηρήσουν τη νομοθεσία μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Email: [email protected]
Πρόεδρος ΕΦΦΕ Άρτας-Φιλιππιάδας
Μέλος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φοροτεχνικών (ΠΟΦΕΕ)
