Ίσως επειδή γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, πάντα ζήλευα κρυφά τα παιδιά της επαρχίας που απολάμβαναν την απόλυτη ανεμελιά των καλοκαιρινών διακοπών τους. Αυτή η κρυφή επιθυμία ήταν ίσως και ο λόγος που επέλεξα να ζήσω και να μεγαλώσω τον γιο μου σε μια επαρχιακή πόλη σαν την Πρέβεζα, αναζητώντας μια καλύτερη ποιότητα ζωής μακριά από το τσιμέντο της πρωτεύουσας. Είναι όμως τα καλοκαίρια τόσο ανέμελα στην πραγματικότητα για τα παιδιά μας και τόσο «εύκολα» για μας τους γονείς;
Η απάντηση, δυστυχώς, είναι κατηγορηματικά αρνητική. Η καθημερινότητα αποδεικνύει διαρκώς ότι η Πρέβεζα, παρά τη δεδομένη φυσική της ομορφιά, στερείται των βασικών, σύγχρονων και ασφαλών υποδομών που έχουν ανάγκη τα παιδιά για να παίξουν, να αθληθούν και να κοινωνικοποιηθούν. Ως μέλος άλλωστε της Ένωσης Γονέων Πρέβεζας, έρχομαι καθημερινά σε επαφή με την αγωνία δεκάδων άλλων γονιών που κάθε καλοκαίρι αναζητούν μια θέση σε κάποιο κέντρο απασχόλησης και βλέπουν τα παιδιά τους να ασφυκτιούν σε μια πόλη που μοιάζει να μην έχει προβλέψει ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο για τις δικές τους ανάγκες.
Ένας απλός περίπατος άλλωστε στο παραλιακό μέτωπο ή στις γειτονιές μας φέρνει αντιμέτωπους σε μια βαθιά αντίφαση.
Από τη μια μεριά, η λαμπερή βιτρίνα μιας πόλης γεμάτης τραπεζοκαθίσματα και μιας τουριστικής «ανάπτυξης» που καταλαμβάνει επιθετικά κάθε ελεύθερο χώρο. Από την άλλη, τα παιδιά μας που προσπαθούν να τρέξουν πάνω σε σπασμένα πεζοδρόμια, να παίξουν ανάμεσα σε αυτοκίνητα και να μην έχουν μια ελεύθερη και πραγματικά ασφαλή διέξοδο. Η αναψυχή δηλαδή έχει μετατραπεί από βασικό κοινωνικό δικαίωμα σε ένα πανάκριβο εμπόρευμα και αν δεν έχεις την οικονομική δυνατότητα να πληρώσεις το αντίτιμο σε μια καφετέρια, σε ένα αθλητικό σύλλογο, σε έναν ιδιωτικό παιδότοπο ή σε μια οργανωμένη παραλία, η πόλη απλά σε αποκλείει.
Η κατάσταση με τις παιδικές χαρές, τα πάρκα και τους λιγοστούς αθλητικούς χώρους στην Πρέβεζα και τα χωριά της είναι αποκαρδιωτική.
Οι περισσότερες παιδικές χαρές παραμένουν χωρίς την απαραίτητη πιστοποίηση, με σπασμένα όργανα, επικίνδυνες περιφράξεις και ελλιπή φωτισμό, μετατρέποντας μια απλή απογευματινή βόλτα σε μόνιμη πηγή άγχους για κάθε γονιό. Την ίδια στιγμή, τα σχολικά προαύλια, που θα έπρεπε να είναι ανοιχτές οάσεις παιχνιδιού τα απογεύματα και τα καλοκαίρια, κλειδώνονται ερμητικά ή αφήνονται στην τύχη τους. Επιπλέον, οι χώροι αθλητισμού, όπως τα ελάχιστα γήπεδα και το κολυμβητήριο, είναι κακοσυντηρημένοι και η πρόσβαση σε αυτούς γίνεται με χρηματικό αντίτιμο, αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο ένα μεγάλο τμήμα των παιδιών και της νεολαίας. Ιδιαίτερα οι χώροι που βρίσκονται στο παραλιακό μέτωπο αφήνονται τεχνηέντως να απαξιωθούν για να δημιουργείται η αίσθηση πως η μόνη λύση για αξιοποίησή τους είναι η ιδιωτική παρέμβαση, ενώ πάνω σε αυτή την αντίληψη μεθοδεύεται εδώ και δεκαετίες το πέρασμα της περιοχής από τη άγαλμα της γοργόνα μέχρι τον Παντοκράτορα και από το πάρκινγκ μέχρι το Καρνάγιο σε ιδιώτες. Αντί για οργανωμένα πάρκα με ελεύθερη πρόσβαση, αντικρίζουμε την απόλυτη εγκατάλειψη, με τη δημοτική αρχή να επικαλείται διαρκώς «έλλειψη κονδυλίων», την ίδια ακριβώς ώρα που χαρίζονται εκατομμύρια σε μεγαλοεργολάβους και μεγάλους τουριστικούς ομίλους.
Ως γονιός, αρνούμαι να δεχτώ ότι η μόνη εναλλακτική για το παιδί μου είναι οι τέσσερις τοίχοι ενός δωματίου και η οθόνη ενός κινητού. Είναι δυνατόν το δικαίωμα στο παιχνίδι να κοστολογείται με την ώρα και να εξαρτάται από το αν γεμίζει το ταμείο ενός ιδιώτη; Πώς γίνεται να περισσεύουν πάντα κονδύλια για μεγαλεπήβολα τουριστικά έργα, αλλά να μην βρίσκεται ποτέ ευρώ για να διορθωθεί μια επικίνδυνη κούνια ή να μπει ένας προβολέας σε ένα πάρκο; Με ποια λογική κλειδώνουμε τα απογεύματα και τα καλοκαίρια τις αυλές των σχολείων μας, φυλακίζοντας χώρους που θα έπρεπε να πλημμυρίζουν από παιδικές φωνές; Γιατί στο πάρκο του Πυροβολικό για παράδειγμα, σε μια γειτονιά που σφύζει από παιδιά και νεολαία αντικρύζουμε αυτή την εγκατάλειψη; Γιατί να θεωρείται πολυτέλεια το να τρέξει ένα παιδί ελεύθερα σε μια καθαρή αμμουδιά, χωρίς να σκοντάφτει πάνω σε απλωμένες ξαπλώστρες και οικονομικούς αποκλεισμούς;
Τα παραπάνω ερωτήματα δεν κρύβουν απλώς αγανάκτηση, αλλά την αυτονόητη ανάγκη να πάρουμε πίσω τις γειτονιές μας και να διεκδικήσουμε, με κάθε μέσο, το περιβάλλον που δικαιούνται τα παιδιά.
Και για όποιον θεωρεί ουτοπία ένα τέτοιο αίτημα, μπορώ να του παραθέσω παραδείγματα από άλλες περιοχές της χώρας, όπου το οργανωμένο γονεϊκό κίνημα και οι αγωνιστικές δημοτικές αρχές έδειξαν τον δρόμο. Στα Γιάννενα, η Ένωση Γονέων πήρε την κατάσταση στα χέρια της και με τη συλλογική της δράση κατάφερε να ανοίξει τα προαύλια των σχολείων τα απογεύματα, μετατρέποντάς τα σε ασφαλείς χώρους παιχνιδιού και αθλητισμού για τη νεολαία της γειτονιάς. Την ίδια στιγμή, στην Πάτρα λειτουργούν υποδειγματικές παιδικές κατασκηνώσεις με αποκλειστική ευθύνη του δήμου, όπου εκατοντάδες παιδιά των λαϊκών οικογενειών απασχολούνται δημιουργικά, αθλούνται και ψυχαγωγούνται εντελώς δωρεάν, χωρίς να επιβαρύνεται ούτε κατά ένα ευρώ ο ήδη λεηλατημένος οικογενειακός προϋπολογισμός.
Η παιδική ηλικία λοιπόν δεν κοστολογείται, αντίθετα αξίζει στα παιδιά μας να αγωνιστούμε όχι για μια πόλη-βιτρίνα που τους κλείνει την πόρτα, αλλά για ένα τόπο που τους δίνει χώρο να αναπνεύσουν, να γελάσουν και να φτιάξουν τις ομορφότερες αναμνήσεις!
Τατιάνα Ιορδανίδου
Εκπαιδευτικός, αρχαιολόγος, μέλος της Ένωσης Γονέων Πρέβεζας
