in ,

Το χρέος της μνήμης – Του Βασίλη Τσίρκα


Η Ελλάδα πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον αγώνα κατά της ναζιστικής θηριωδίας και κατοχής. Είναι χαραγμένες στη συλλογική μνήμη του λαού μας οι εικόνες και οι ήχοι των σφαγών και των εκτελέσεων στο Κομμένο, στην Καισαριανή, στα Καλάβρυτα, στη Βιάννο και στο Δίστομο.

Έχουμε χρέος, ιστορικό, πολιτικό και ηθικό να διατηρήσουμε αυτές τις μνήμες στις νεότερες γενιές. Το οφείλουμε στον λαό μας που έχει δικαίωμα στη μνήμη και σε ένα μέλλον απελευθερωμένο από κάθε λογής ολοκληρωτισμό.

Η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών, αντιστασιακών και μελών του ΕΑΜ, με πρωτοπόρα κοινωνική δράση, την Πρωτομαγιά του 1944, έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στο ιστορικό υποσυνείδητο του ελληνικού λαού. Έγινε σύμβολο. Οι εκτελέσεις αποτέλεσαν αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο, όπου στις 27 Απριλίου 1944, στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας, διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ έστησε ενέδρα και εξόντωσε τον Γερμανό υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και τη συνοδεία του. Η ναζιστική απάντηση ήταν προδιαγεγραμμένη: τρομοκρατία και μαζικές εκτελέσεις.

Αυτή ήταν η πάγια πρακτική των ναζί στα κατεχόμενα εδάφη. Κάθε πλήγμα εναντίον τους «πληρωνόταν» με πολλαπλάσιους αθώους νεκρούς. Το είχε προαναγγείλει, άλλωστε, με ωμότητα ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος: για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη θα εκτελούνταν 50 Έλληνες. Η λογική των αντιποίνων ήταν η λογική της απόλυτης απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής.

Οι περισσότεροι από τους 200 δεν συνελήφθησαν από τους ναζί. Ήταν ήδη φυλακισμένοι από το προκατοχικό δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Από την Ακροναυπλία και την Ανάφη, μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι και παραδόθηκαν στις δυνάμεις κατοχής. Άνθρωποι που είχαν διωχθεί για τις ιδέες τους από ένα αυταρχικό ελληνικό καθεστώς, βρέθηκαν τελικά μπροστά στα γερμανικά πολυβόλα. Η Ιστορία, με τον πιο σκληρό και ειρωνικό τρόπο, αποκάλυπτε τη συνέχεια της βίας, της καταστολής και του φασισμού.

Γνωρίζουμε πολλά για εκείνες τις τελευταίες ώρες. Από τις μαρτυρίες συγκρατουμένων στο Χαϊδάρι. Από τα σημειώματα που πέταξαν στον δρόμο, καθώς τα φορτηγά τούς μετέφεραν στον τόπο της εκτέλεσης. Από τις αφηγήσεις για τη μυρωδιά του αίματος που έρρεε στα στενά της Καισαριανής. Γνωρίζουμε ότι πήγαν στον θάνατο τραγουδώντας. Για χρόνια, κάποιοι θεωρούσαν ότι αυτή η μαρτυρία ήταν υπερβολική, σχεδόν μυθοποιημένη.

Όμως, οι φωτογραφίες που ήρθαν στο φως 82 χρόνια μετά δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας. Στα πρόσωπα των μελλοθάνατων δεν διακρίνεται πανικός. Διακρίνεται επίγνωση. Υψηλό φρόνημα. Καθαρή συνείδηση. Η λάμψη ενός οράματος για έναν κόσμο χωρίς φασισμό και εκμετάλλευση. Οι εικόνες αυτές δεν είναι απλώς ντοκουμέντα. Είναι τεκμήρια αλήθειας απέναντι στη διαστρέβλωση. Τεκμήρια ηρωισμού και πατριωτισμού.

Την επόμενη μέρα, 2 Μαΐου 1944, σε έναν τοίχο της Οδού Σκοπευτηρίου γράφτηκε: «Αυτός ο δρόμος είναι Δρόμος Ηρώων. Τον διαβαίνουν οι λεβέντες του έθνους. Χτες 1 του Μάη τον διάβηκαν 200 παλικάρια». Οι κάτοικοι μετονόμασαν τον δρόμο σε «Οδό Ηρώων». Η μνήμη δεν περίμενε επίσημες αποφάσεις. Γεννήθηκε αυθόρμητα μέσα από τον λαό.

 

 

 

Και όμως, η επίσημη αναγνώριση άργησε. Μόλις το 1982 η Πολιτεία αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση, μέσα σε έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, όταν μάλιστα η συντηρητική παράταξη επέλεξε να αποχωρήσει από τη Βουλή, αρνούμενη να συναινέσει σε μια ιστορική πράξη αποκατάστασης. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να αποκτήσει θεσμική υπόσταση αυτό που η κοινωνική μνήμη είχε ήδη αναγνωρίσει.

Οι πρόσφατες φωτογραφίες ξαναφέρνουν στο προσκήνιο όχι μόνο τη θυσία αλλά και την ευθύνη. Κανονικά δεν θα έπρεπε να χρειάζεται ένα νέο ντοκουμέντο για να θυμηθούμε. Κι όμως, οι εικόνες δίνουν πρόσωπο στη μνήμη. Μετατρέπουν την ιστορία σε άμεση εμπειρία.

Όταν η Ιστορία αποκτά πρόσωπο, το πρόσωπο της αλύγιστης ανθρώπινης αξιοπρέπειας, μας κοιτάζει κατάματα και μας υπενθυμίζει το χρέος μας προς εκείνους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν χωρίς να γνωρίζουν αν θα δικαιωθούν. Κι αυτή η συνειδητή επιλογή της αντίστασης, όχι ο θάνατος καθαυτός, είναι που τους χάρισε την αθανασία στη συλλογική συνείδηση.

Από τότε μέχρι σήμερα δεν έλειψαν όσοι επιχείρησαν να αναθεωρήσουν την Ιστορία, να θολώσουν τα όρια ανάμεσα σε θύτες και θύματα, να σχετικοποιήσουν τη συνεργασία με τον κατακτητή, να αποκαταστήσουν τους δωσίλογους ως «παρεξηγημένες» μορφές μιας ταραγμένης εποχής, να επαναφέρουν την άθλια και ανιστόρητη «θεωρία των δύο άκρων», εξισώνοντας τον κομμουνισμό με τον φασισμό Σε ολόκληρη την Ευρώπη αναπτύχθηκαν ρεύματα ιστορικού αναθεωρητισμού που επιχείρησαν να ξαναγράψουν συνολικά τον 20ό αιώνα, αποδυναμώνοντας τη μνήμη της Αντίστασης και των εγκλημάτων του ναζισμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μόνη κυβέρνηση που ξεκίνησε τη θητεία της με τον πρωθυπουργό, τον Αλέξη Τσίπρα, να αποτίει φόρο τιμής στον τοίχο της Καισαριανής βρέθηκε στο επίκεντρο σφοδρής πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Εξάλλου, η μνήμη δεν είναι ουδέτερη.

Σήμερα, οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε την ιστορική αλήθεια απέναντι στον αναθεωρητισμό και την παραχάραξη. Το χρέος παραμένει απέναντι σε όσους πλήρωσαν με τη ζωή τους, με εξορίες, με διώξεις, για να μπορεί αυτή η χώρα να μιλά για ελευθερία και δημοκρατία. Ένα χρέος που δεν παραγράφεται και απαιτεί διαρκή εγρήγορση, διεκδίκηση και σεβασμό στη μνήμη.

Γιατί η μνήμη είναι πράξη ευθύνης απέναντι στη λήθη και απέναντι στην παραχάραξη. Είναι πράξη ευθύνης απέναντι σε αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους για να απαλλαχθεί η χώρα μας από τη δηλητηριώδη ομίχλη του ναζισμού και του φασισμού και θυσιάστηκαν για τη δημοκρατία και τη λευτεριά. Για να μπορούμε σήμερα να έχουμε μια πατρίδα ελεύθερη και κυρίαρχη.

 

*Ο Βασίλης Τσίρκας είναι δικηγόρος, πρώην βουλευτής, μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ