Η δημόσια διαβούλευση για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνει στο προσκήνιο μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας των τελευταίων ετών. Πίσω από τους τεχνικούς όρους και τις διοικητικές διατυπώσεις, αναδύεται μια νέα πραγματικότητα για τους ιδιοκτήτες ακινήτων: η επιβολή δύο νέων επιβαρύνσεων, οι οποίες στην ουσία συνθέτουν έναν νέο «δημοτικό ΕΝΦΙΑ», με μηχανισμό είσπραξης τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027 προβλέπεται η εφαρμογή του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης (ΤΤΑ), το οποίο θα αντικαταστήσει το υφιστάμενο Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) και τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων (ΦΗΧ). Παράλληλα, θεσπίζεται για πρώτη φορά και το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΤΠΑ), το οποίο θα επιβάλλεται υπέρ των Περιφερειών.
Η ουσία, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην αλλαγή ονομασίας των επιβαρύνσεων. Βρίσκεται κυρίως στο εύρος, στον τρόπο υπολογισμού και στον τρόπο είσπραξής τους.
Το νέο ΤΤΑ θα επιβάλλεται σχεδόν στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας: σε ακίνητα εντός σχεδίου, σε κτίσματα εκτός σχεδίου, ακόμη και στο δικαίωμα υψούν, τον γνωστό «αέρα». Μάλιστα, στις περιπτώσεις εκτός σχεδίου ακινήτων, για τον υπολογισμό της επιβάρυνσης θα λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η αξία του κτίσματος αλλά και η αξία διπλάσιας έκτασης από εκείνη που καταλαμβάνει το κτίσμα.
Παράλληλα, το νέο ΤΠΑ θα υπολογίζεται με βάση την επιφάνεια, την αντικειμενική αξία και τον συντελεστή παλαιότητας κάθε ακινήτου, δημιουργώντας μια πρόσθετη, μόνιμη φορολογική επιβάρυνση που σήμερα δεν υφίσταται.
Στην πράξη, οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυξημένες χρεώσεις, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις ενδέχεται να είναι διπλάσιες ή και υπερδιπλάσιες από τις σημερινές δημοτικές επιβαρύνσεις. Και όλα αυτά σε μια περίοδο όπου τα νοικοκυριά ήδη πιέζονται από το αυξημένο κόστος ενέργειας, τη στεγαστική κρίση, τις ανατιμήσεις και τη συνολική συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και ο μηχανισμός είσπραξης των νέων τελών. Όπως προβλέπεται, τα ποσά θα ενσωματώνονται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και θα εισπράττονται μέσω των παρόχων ενέργειας. Δηλαδή, η ηλεκτρική ενέργεια μετατρέπεται για ακόμη μία φορά σε φοροεισπρακτικό εργαλείο.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι σε περίπτωση μη πληρωμής τριών συνεχόμενων μηνιαίων λογαριασμών ή ενός τριμηνιαίου, θα προβλέπεται διακοπή ηλεκτροδότησης μέχρι την εξόφληση των οφειλών. Με άλλα λόγια, μια φορολογική υποχρέωση συνδέεται άμεσα με την πρόσβαση σε ένα βασικό κοινωνικό αγαθό, όπως είναι το ηλεκτρικό ρεύμα.
Η επιλογή αυτή γεννά σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα. Είναι δυνατόν σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία η αδυναμία πληρωμής ενός δημοτικού τέλους να οδηγεί ουσιαστικά σε ενεργειακό αποκλεισμό;
Μπορεί η φορολογική συμμόρφωση να επιβάλλεται μέσω της απειλής στέρησης ενός αγαθού πρώτης ανάγκης;
Ως φοροτεχνικός, θεωρώ ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει ασφαλώς να διαθέτει σταθερούς πόρους για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών της. Όμως η χρηματοδότηση των δήμων και των περιφερειών δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς στη δημιουργία νέων επιβαρύνσεων πάνω στην ήδη εξαντλημένη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι όλα αυτά έρχονται παράλληλα με την εφαρμογή του νέου Μ.Ι.Δ.Α., του Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων της ΑΑΔΕ. Πρόκειται για μια νέα ψηφιακή πλατφόρμα, στην οποία θα συγκεντρώνονται όλα τα στοιχεία που αφορούν τα ακίνητα: ιδιοκτησιακά δεδομένα, χρήσεις, μισθώσεις, μεταβολές και οικονομικά στοιχεία.
Για κάθε ακίνητο θα δημιουργείται ένας πλήρης ψηφιακός φάκελος, επιτρέποντας εκτεταμένες διασταυρώσεις και άμεσο εντοπισμό αποκλίσεων ή διαφορών. Αναμφίβολα, η ψηφιοποίηση και η οργάνωση της πληροφορίας αποτελούν βήματα εκσυγχρονισμού. Ωστόσο, όταν συνδυάζονται με συνεχώς αυξανόμενες επιβαρύνσεις, δημιουργούν στους πολίτες την αίσθηση μιας διαρκούς φορολογικής επιτήρησης και ενός νέου κύματος οικονομικής πίεσης πάνω στην ακίνητη περιουσία.
Η ελληνική κοινωνία είχε πιστέψει ότι τα σημαντικά έσοδα από τον ΕΝΦΙΑ — έναν φόρο που χαρακτηρίστηκε πολλές φορές άδικος, ιδιαίτερα για την πρώτη κατοικία — θα μπορούσαν κάποια στιγμή να επιστρέψουν ουσιαστικά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, μειώνοντας άλλες επιβαρύνσεις. Αντί αυτού, βλέπουμε να δημιουργείται ένα νέο, πρόσθετο πλέγμα φόρων και τελών, που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά.
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό. Διότι όταν η κατοχή ενός ακινήτου μετατρέπεται συνεχώς σε πεδίο νέων φορολογικών απαιτήσεων, τότε η ιδιοκτησία παύει σταδιακά να αποτελεί στοιχείο ασφάλειας και μετατρέπεται σε μόνιμη πηγή οικονομικής αγωνίας.
Και τελικά, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί ως «Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης», για τον μέσο πολίτη θα εκληφθεί ως αυτό που πραγματικά μοιάζει να είναι: ένας νέος δημοτικός ΕΝΦΙΑ, συνδεδεμένος μάλιστα με τον λογαριασμό του ρεύματος και με την απειλή διακοπής ενός βασικού αγαθού διαβίωσης.
Πρόεδρος ΕΦΦΕ Άρτας-Φιλιππιάδας
Μέλος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φοροτεχνικών (ΠΟΦΕΕ)
