in ,

Το νερό είναι δημόσιο αγαθό – ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΟΧΗ- γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΝΩΓΙΑΤΗΣ

Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να έχουν λόγο στην διαχείρισή του


 

Το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, ρυθμίσεις για τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας Α.Ε. και λοιπές διατάξεις» (πλέον ο Νόμος 5325/2026, ΦΕΚ 122/Α/31-7-2026) επιφέρει τη μεγαλύτερη ανακατανομή αρμοδιοτήτων στον τομέα του νερού των τελευταίων δεκαετιών.

Συνοπτικά επιφέρει μεταξύ άλλων:

  • Γεωγραφική επέκταση της ΕΥΔΑΠ στην ηπειρωτική Αττική, την Αίγινα και το Αγκίστρι, τη Βοιωτία, τη Φωκίδα και την Εύβοια (πλην Σκύρου), με ταυτόχρονη ανάληψη —για πρώτη φορά— και της αρμοδιότητας της άρδευσης, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που ασκούσε η Περιφέρεια (πρώην Οργανισμός Κωπαΐδας).
  • Γεωγραφική επέκταση της ΕΥΑΘ στο σύνολο των Περιφερειακών Ενοτήτων Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής.
  • Απορρόφηση 68 συνολικά παρόχων: 43 στην ΕΥΔΑΠ (26 τμήματα ύδρευσης/αποχέτευσης Δήμων, 7 Δ.Ε.Υ.Α., 8 ΤΟΕΒ) και 25 στην ΕΥΑΘ (5 τμήματα Δήμων, 8 Δ.Ε.Υ.Α., 11 ΤΟΕΒ, 1 ΓΟΕΒ).
  • Μεταφορά του συνόλου ενεργητικού και παθητικού των απορροφώμενων φορέων, με αποτίμηση των παγίων που εγκρίνεται από τη ΡΑΑΕΥ και δικαίωμα opt out του Δήμου ως προς την κυριότητα των παγίων έναντι τέλους χρήσης.
  • Ρύθμιση χρεών: το Δημόσιο καλύπτει τουλάχιστον το 75% των οφειλών των Δ.Ε.Υ.Α. προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας.
  • Μεταφορά προσωπικού των Δ.Ε.Υ.Α. στις δύο εταιρείες με το μισθολογικό τους καθεστώς· για τους δημοτικούς υπαλλήλους να το αποφασίζει ο Δήμος.

Ο επίσημος λόγος της μεταρρύθμισης είναι ο κατακερματισμός. Το γεγονός δηλ. πως περισσότεροι από 735 φορείς διαχειρίζονται σήμερα ύδρευση, αποχέτευση και άρδευση στη χώρα, με άνισες δυνατότητες και υψηλές απώλειες δικτύου.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα αλλά αν η συγκεκριμένη λύση το αντιμετωπίζει — και με ποιο κόστος.

Ας δούμε τα ζητήματα αναλυτικά:

Η πρώτη ένσταση δεν αφορά τη συγχώνευση καθεαυτή, αλλά τον αναγκαστικό της χαρακτήρα. Η ΚΕΔΕ και η Ε.Δ.Ε.Υ.Α. έχουν διατυπώσει με σαφήνεια τη θέση ότι όσοι Δήμοι επιθυμούν την ένταξη πρέπει να μπορούν να την επιλέξουν, ενώ όσοι δεν την επιθυμούν δεν πρέπει να εξαναγκάζονται. Η αναγκαστική αφαίρεση αρμοδιότητας από πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. εγείρει ζήτημα συμβατότητας με τη συνταγματική κατοχύρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ οι δήμαρχοι έχουν ήδη προαναγγείλει προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Ακόμη σοβαρότερη είναι η εσωτερική αντίφαση της ίδιας της νομοθεσίας: λίγες μόλις ημέρες μετά τη δημοσίευση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026), ο οποίος αναγνωρίζει τον δημοτικό, κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα των Δ.Ε.Υ.Α. και προβλέπει ότι οι συγχωνεύσεις γίνονται μόνο σε οικειοθελή βάση, το ΥΠΕΝ εισάγει ρύθμιση που κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Δύο νόμοι του ίδιου έτους, δύο διαφορετικές λογικές, ένα αντικείμενο.

Και τώρα ερχόμαστε στα ποιο σημαντικά. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ δεν είναι δημόσιες υπηρεσίες με τη στενή έννοια· είναι ανώνυμες εταιρείες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, με μετόχους που εύλογα προσδοκούν απόδοση. Η μεταφορά υποδομών που δημιουργήθηκαν με δημοτικούς πόρους, εθνικούς και ευρωπαϊκούς, καθώς και με τα τέλη των ίδιων των δημοτών, προς φορείς αυτής της νομικής μορφής μεταβάλλει την ίδια τη φύση της υπηρεσίας: από κοινωφελή λειτουργία τοπικής αυτοδιοίκησης σε δραστηριότητα εταιρικού ισολογισμού.

Η διαβεβαίωση ότι «το νερό παραμένει δημόσιο αγαθό» είναι απαραίτητη αλλά όχι επαρκής. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον δημόσιο χαρακτήρα του νερού απαιτεί ουσιαστικές, όχι δηλωτικές, εγγυήσεις. Το νομοσχέδιο δεν προβλέπει μηχανισμό που να θωρακίζει διαρκώς αυτόν τον χαρακτήρα έναντι μελλοντικών μεταβολών στη μετοχική σύνθεση ή στη στρατηγική των δύο εταιρειών.

Ένα ακόμη μεγάλο ζήτημα που προκύπτει αφορά τη δημοτική περιουσία και την αποτίμησή της

Δίκτυα, γεωτρήσεις, αντλιοστάσια, δεξαμενές, εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων: πρόκειται για περιουσία που χτίστηκε σε βάθος δεκαετιών από τοπικές κοινωνίες. Το νομοσχέδιο προβλέπει αποτίμηση και καταβολή τιμήματος, αλλά αφήνει ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα:

  • Με ποια μεθοδολογία αποτιμώνται υποδομές που δεν έχουν αγοραία αξία, αλλά αξία αντικατάστασης;
  • Πώς αποτιμώνται δίκτυα χρηματοδοτημένα από ΕΣΠΑ ή Ταμείο Ανάκαμψης, με δεσμεύσεις μακροχρόνιας διατήρησης του σκοπού και του φορέα λειτουργίας;
  • Το δικαίωμα opt out διατηρεί μεν την κυριότητα των παγίων στον Δήμο, αλλά του αφαιρεί τη δραστηριότητα. Ο Δήμος καθίσταται εκμισθωτής υποδομών χωρίς αρμοδιότητα διαχείρισης — ένα υβρίδιο με αμφίβολη λειτουργική αξία.
  • Τι συμβαίνει με τα ημιτελή έργα και τις εν εξελίξει εργολαβίες κατά τη μεταβατική περίοδο; Ποιος υπεισέρχεται ως αναθέτουσα αρχή, με ποιες συμβατικές συνέπειες και ποιον κίνδυνο απώλειας χρηματοδότησης;

Το ποιο κρίσιμο ζήτημα βέβαια για όλους τους πολίτες είναι η διαμόρφωση των τιμολογίων και το κόστος που θα φανεί μετά την εφαρμογή του νόμου.

Το επιχείρημα των οικονομιών κλίμακας προϋποθέτει ότι το ενοποιημένο κόστος ανά κυβικό μέτρο θα μειωθεί. Στην πράξη, οι απορροφώμενες περιοχές έχουν παλαιά, εκτεταμένα και ενεργοβόρα δίκτυα, με υψηλά ποσοστά μη τιμολογούμενου νερού. Η αναβάθμισή τους απαιτεί επενδύσεις οι οποίες, υπό καθεστώς ρυθμιζόμενης απόδοσης, ανακτώνται μέσω των τιμολογίων.

Ο εύλογος φόβος είναι διπλός:

  1. αυξήσεις στα τιμολόγια των νεοεισερχόμενων περιοχών, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό, και
  2. σταδιακή εξομοίωση προς τα άνω σε περιοχές που σήμερα απολαμβάνουν χαμηλότερα δημοτικά τιμολόγια.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα για την άρδευση, όπου η μετάβαση από τη λογική του ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ στη λογική μιας εισηγμένης εταιρείας μπορεί να μεταβάλει ριζικά το κόστος παραγωγής για τον αγροτικό τομέα.

Το νομοσχέδιο δεν συνοδεύεται από οικονομοτεχνική μελέτη που να τεκμηριώνει την εξέλιξη των τιμολογίων ανά περιοχή σε βάθος δεκαετίας. Αυτή η απουσία δεν είναι λεπτομέρεια· είναι το κεντρικό κενό τεκμηρίωσης.

Η διαδικασία που ακολουθήθηκε υπονομεύει την οποιαδήποτε αξιοπιστία του εγχειρήματος:

  • Δημόσια διαβούλευση δέκα ημερών (πέντε εργάσιμων) για μεταρρύθμιση που αφορά εκατομμύρια πολίτες και δεκάδες φορείς.
  • Αποκλεισμός της ΚΕΔΕ και της Ε.Δ.Ε.Υ.Α. από την ακρόαση φορέων στη Βουλή, δηλαδή των δύο συλλογικών οργάνων που εκπροσωπούν ακριβώς τους φορείς τους οποίους το νομοσχέδιο καταργεί.
  • Παραμερισμός της ΡΑΑΕΥ, της ανεξάρτητης αρχής που ο ίδιος ο νομοθέτης έχει ορίσει ως αρμόδια να εισηγείται την αναδιοργάνωση του τομέα υδάτων, με μετάθεση της άσκησης της αρμοδιότητάς της για το 2027 — αφού δηλαδή θα έχουν ληφθεί οι αποφάσεις.
  • Απουσία τεχνικών μελετών ανά περιοχή: υδατικά ισοζύγια, κατάσταση δικτύων, κόστος αποκατάστασης, χρονοδιαγράμματα.

Όταν μια μεταρρύθμιση παρουσιάζεται ως «πιλοτική» αλλά επιβάλλεται υποχρεωτικά, ο χαρακτηρισμός αναιρείται από μόνος του: πιλοτική εφαρμογή σημαίνει δυνατότητα αξιολόγησης και ανάκλησης, όχι μη αναστρέψιμη μεταβίβαση περιουσίας και αρμοδιοτήτων.

Και η επιλογή αυτή δημιουργεί πρότυπο.

Εφόσον η υποχρεωτική απορρόφηση θεωρηθεί επιτυχής μέθοδος, δεν είναι μακριά η μέρα που θα επεκταθεί και στους υπόλοιπους από τους 735 φορείς της χώρας.

Η συζήτηση λοιπόν δεν αφορά μόνο 68 περιπτώσεις· αφορά το μοντέλο διαχείρισης του νερού συνολικά — και κάθε περιοχή που σήμερα νομίζει ότι δεν την αφορά.

Είναι φανερό λοιπόν πως το πρόβλημα δεν λύνεται, γιατί δεν αντιμετωπίζεται στην ουσία του.

Οι δυσκολίες των Δ.Ε.Υ.Α. δεν προέκυψαν από τη δημοτική τους φύση. Προέκυψαν από χρόνια υποστελέχωση, ιδίως σε επιστημονικό προσωπικό, από δυσβάστακτο ενεργειακό κόστος χωρίς ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας, και από την απουσία σταθερής κρατικής στήριξης προς κοινωφελείς επιχειρήσεις.

Η ρύθμιση των χρεών προς τους παρόχους ρεύματος —τουλάχιστον 75% κάλυψη από το Δημόσιο— είναι ομολογία ακριβώς αυτού: το πρόβλημα ήταν πρωτίστως ενεργειακό και χρηματοδοτικό. Αν όμως η πολιτεία μπορεί να διαθέσει αυτούς τους πόρους για τη διευκόλυνση της απορρόφησης, θα μπορούσε εξίσου να τους διαθέσει για την εξυγίανση και ενίσχυση των υφιστάμενων φορέων, με στοχευμένη στελέχωση, ειδικό ενεργειακό τιμολόγιο και υποχρεωτικές διαδημοτικές συνεργασίες όπου υπάρχει πραγματικό όφελος κλίμακας.

Με άλλα λόγια: το εργαλείο επιλέχθηκε πριν διαγνωστεί πλήρως το πρόβλημα.

Μια εναλλακτική διαδρομή, συμβατή τόσο με τον στόχο της αποδοτικότητας όσο και με τη θεσμική τάξη, θα περιλάμβανε:

  1. Κατάργηση της υποχρεωτικότητας και ένταξη μόνο όσων Δήμων και Δ.Ε.Υ.Α. το επιλέγουν, με πραγματικά πιλοτικό χαρακτήρα και ρήτρα αξιολόγησης μετά από τριετία.
  2. Προηγούμενη οικονομοτεχνική μελέτη ανά περιοχή, με προβολή τιμολογίων και επενδυτικού προγράμματος.
  3. Ενεργοποίηση της ΡΑΑΕΥ πριν —όχι μετά— τη λήψη των αποφάσεων, όπως ορίζει η κείμενη νομοθεσία.
  4. Ρητή τιμολογιακή προστασία των νεοεισερχόμενων περιοχών, με ανώτατα όρια αναπροσαρμογής και κοινωνικό τιμολόγιο.
  5. Θεσμική εναρμόνιση με τον ν. 5314/2026, ώστε να μην υπάρχουν δύο αντικρουόμενα πλαίσια για το ίδιο αντικείμενο.
  6. Δεσμευτικό πλαίσιο δημόσιου ελέγχου επί των ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ ως προς τη διαχείριση υποδομών που προέρχονται από δημοτική περιουσία.

Από την άλλη, είναι γεγονός πως η ύπαρξη 735 φορέων παραγάγει αναπόφευκτα αναποτελεσματικότητα, ενώ οι απώλειες δικτύου στην Ελλάδα υπερβαίνουν κατά πολύ τον διεθνή μέσο όρο, ότι πολλοί μικροί πάροχοι αδυνατούν να αντλήσουν κεφάλαια ή να στελεχωθούν επαρκώς, και ότι η αντιμετώπιση της λειψυδρίας απαιτεί ενιαίο σχεδιασμό σε επίπεδο λεκάνης απορροής και όχι διοικητικού ορίου.

Συνεπώς το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν χρειάζεται αναδιοργάνωση.

Είναι αν η αναδιοργάνωση μπορεί να επιβληθεί χωρίς μελέτη, χωρίς διάλογο, χωρίς τη συναίνεση εκείνων που κατασκεύασαν και πλήρωσαν τις υποδομές και αν αυτή μπορεί να πετύχει την βελτίωση της διαχείρισης του πολύτιμου αυτού δημόσιου αγαθού, που λέγεται νερό, χωρίς να προστεθεί δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος στις πλάτες των πολιτών.

Σε ένα ζήτημα όπως το νερό, η καθαρή στόχευση δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της μεταρρύθμισης — είναι προϋπόθεση για να γίνει αποδεκτή και να λειτουργήσει.

 

 

ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΟΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

ΕΞΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΕΕ ΣΤΟ ΔΣ ΔΕΥΑΠ