in ,

Το Θέμα – Η Ήπειρος δεν κινδυνεύει απλώς να γεράσει, κινδυνεύει να αδειάσει.

33 σχολεία κλείνουν στην Ήπειρο


 

Χρήστος Τσούτσης – Δημοσιογράφος / Εκδότης Δημοκρατικής Φωνής

 

 Όταν κλείνει το σχολείο, αδειάζει και το χωριό

Δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Δεν είναι μια ακόμη διοικητική απόφαση. Είναι ένα καμπανάκι κινδύνου για το μέλλον της Ηπείρου.
Τριάντα τρία σχολεία στην Ήπειρο δεν θα ανοίξουν τη νέα σχολική χρονιά.
Έντεκα Δημοτικά και είκοσι δύο Νηπιαγωγεία αναστέλλουν τη λειτουργία τους, καθώς δεν υπάρχουν αρκετοί μαθητές για να λειτουργήσουν. Η εικόνα αφορά και τους τέσσερις νομούς της Ηπείρου: 11 σχολικές μονάδες στα Ιωάννινα, 13 στην Άρτα, 2 στη Θεσπρωτία και 7 στην Πρέβεζα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Δεν κλείνουν απλώς 33 σχολικές μονάδες. Κλείνει ένα κομμάτι της ζωής της υπαίθρου.
Γιατί ένα σχολείο στην ελληνική επαρχία δεν είναι μόνο αίθουσες, πίνακες, θρανία και βιβλία. Είναι ο πυρήνας μιας κοινότητας. Είναι η απόδειξη ότι υπάρχουν ακόμη παιδιά, οικογένειες, ζωή και προοπτική. Είναι ένας από τους τελευταίους θεσμούς που κρατούν όρθιο ένα χωριό.
Όταν το σχολείο κλείνει επειδή δεν υπάρχουν παιδιά, η Πολιτεία δεν πρέπει απλώς να καταγράφει το γεγονός.
Πρέπει να αναρωτιέται γιατί δεν υπάρχουν παιδιά.
Και κυρίως:
τι έκανε και τι δεν έκανε  για να υπάρχουν;
Το δημογραφικό δεν είναι στατιστική. Είναι το μέλλον της χώρας.
Εδώ και χρόνια ακούμε για το δημογραφικό. Κυβερνητικές εξαγγελίες, επιτροπές, στρατηγικές, επιδόματα, επικοινωνιακές καμπάνιες και μεγαλόπνοα σχέδια.
Όμως το δημογραφικό έχει έναν αμείλικτο τρόπο να αποκαλύπτει την πραγματικότητα.
Ένα πρωί ανοίγει η πόρτα ενός σχολείου και δεν μπαίνει κανένα παιδί. Και τότε όλες οι παρουσιάσεις, όλες οι στατιστικές και όλα τα κυβερνητικά διαγράμματα αποκτούν πραγματικό πρόσωπο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος αριθμός μαθητών». Αυτό είναι το σύμπτωμα. Η ασθένεια είναι βαθύτερη.
Είναι η εγκατάλειψη της υπαίθρου. Είναι η συγκέντρωση ευκαιριών και υπηρεσιών στα μεγάλα αστικά κέντρα. Είναι η αδυναμία μιας νέας οικογένειας να σχεδιάσει τη ζωή της σε ένα χωριό. Είναι η έλλειψη σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας. Είναι η υποχώρηση της παραγωγής. Είναι η γήρανση του πληθυσμού. Είναι η φυγή των νέων.
Και όταν όλα αυτά συνδυάζονται, το αποτέλεσμα είναι μαθηματικά προδιαγεγραμμένο:
λιγότερες οικογένειες , λιγότερα παιδιά ,λιγότερα σχολεία ,λιγότερες υπηρεσίες , ακόμη λιγότερες οικογένειες.
Ένας φαύλος κύκλος που οδηγεί στην ερημοποίηση.
Η Ήπειρος δεν κινδυνεύει απλώς να γεράσει. Κινδυνεύει να αδειάσει.
Η αναστολή λειτουργίας των 33 σχολικών μονάδων αποτυπώνει με τον πιο σκληρό τρόπο τη δημογραφική πίεση που δέχεται η περιοχή, ιδιαίτερα στις μικρότερες και ορεινές κοινότητες.
Και αυτό πρέπει να μας ανησυχήσει πολύ περισσότερο από ένα ακόμη δελτίο τύπου.
Γιατί η ερημοποίηση της υπαίθρου δεν συμβαίνει από τη μια μέρα στην άλλη.
Συμβαίνει σταδιακά. Πρώτα κλείνει το σχολείο. Μετά μειώνεται η εμπορική κίνηση.
Μετά φεύγει ο γιατρός, δυσκολεύει η πρόσβαση σε υπηρεσίες, περιορίζονται οι συγκοινωνίες.
Οι νέοι μετακινούνται στις πόλεις. Οι ηλικιωμένοι μένουν πίσω. Τα σπίτια αδειάζουν. Τα χωριά μικραίνουν. Και κάποια στιγμή μια ολόκληρη περιοχή παύει να είναι τόπος κατοικίας και μετατρέπεται σε τόπο περιστασιακής επίσκεψης.
Αυτό δεν είναι ανάπτυξη. Είναι δημογραφική υποχώρηση.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα και να αγνοεί την αιτία
Είναι εύκολο για την Πολιτεία να πει ότι «δεν υπάρχουν μαθητές».
Είναι εύκολο να επικαλεστεί τους αριθμούς.
Οι αριθμοί όμως δεν γεννούν παιδιά. Οι αριθμοί δεν κρατούν έναν νέο άνθρωπο στον τόπο του.
Οι αριθμοί δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας. Οι αριθμοί δεν δίνουν σε μια οικογένεια το αίσθημα ασφάλειας που χρειάζεται για να αποκτήσει παιδιά και να χτίσει τη ζωή της στην ελληνική περιφέρεια.Και κυρίως, οι αριθμοί δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για την πολιτική αδράνεια.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει σε ένα πολύ απλό ερώτημα.
Τι συγκεκριμένο σχέδιο έχει για να μη μετατραπεί η Ήπειρος σε μια περιοχή με όλο και λιγότερους κατοίκους, όλο και περισσότερους ηλικιωμένους και όλο και λιγότερα παιδιά;
Γιατί εάν η απάντηση είναι μόνο η διαχείριση των συνεπειών, τότε δεν μιλάμε για δημογραφική πολιτική.Μιλάμε για διαχείριση της παρακμής.
Δεν μπορεί να ζητάς από τους ανθρώπους να μείνουν και ταυτόχρονα να τους αφαιρείς τις προϋποθέσεις για να μείνουν
Υπάρχει μια αντίφαση που η πολιτική εξουσία πρέπει επιτέλους να αντιμετωπίσει.
Από τη μία πλευρά, ακούμε διαρκώς ότι πρέπει να στηριχθεί η περιφέρεια.
Από την άλλη, κάθε χρόνο βλέπουμε υπηρεσίες να συρρικνώνονται, σχολικές μονάδες να αναστέλλουν τη λειτουργία τους και μικρές κοινότητες να δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να διατηρήσουν βασικές υποδομές. Δεν μπορείς να ζητάς από μια νέα οικογένεια να ζήσει στην ύπαιθρο όταν της λες, έμμεσα, ότι για το σχολείο του παιδιού της θα πρέπει να μετακινείται καθημερινά αλλού. Το σχολείο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποδομή κατοίκησης.Όπως είναι ο δρόμος, το Κέντρο Υγείας, οι συγκοινωνίες, το διαδίκτυο, η εργασία, η παιδεία.
Αν αυτά χαθούν, δεν μπορείς να περιμένεις από τους ανθρώπους να παραμείνουν.
 Και το ερώτημα είναι τι θα γίνει αύριο
Σήμερα είναι 33 σχολεία.
Αύριο;
Πόσα θα είναι τα παιδιά που θα εγγραφούν στις επόμενες τάξεις; Πόσα ακόμη μικρά σχολεία θα βρεθούν αντιμέτωπα με την ίδια πραγματικότητα; Και ποια θα είναι η εικόνα της Ηπείρου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια εάν η σημερινή τάση συνεχιστεί; Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να βρίσκονται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας. Όχι μόνο στην Ήπειρο. Σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Γιατί το δημογραφικό δεν είναι «πρόβλημα του μέλλοντος».Είναι πρόβλημα του σήμερα.
Και τα κλειστά σχολεία είναι η πιο καθαρή απόδειξη.
Η Ήπειρος χρειάζεται πολιτική αναγέννησης, όχι απλή διαχείριση
Αν πραγματικά θέλουμε να σταματήσουμε την ερημοποίηση της υπαίθρου, χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική.
Χρειάζονται πραγματικά κίνητρα για νέες οικογένειες να εγκατασταθούν και να παραμείνουν στην περιφέρεια. Χρειάζονται σταθερές θέσεις εργασίας. Χρειάζεται στήριξη της παραγωγής και της τοπικής οικονομίας.  Χρειάζονται υποδομές. Χρειάζεται υγεία. Χρειάζεται παιδεία. Χρειάζεται πρόσβαση σε γρήγορο διαδίκτυο και σύγχρονες υπηρεσίες. Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται μια πολιτική που θα αντιμετωπίζει το χωριό όχι ως «κόστος» αλλά ως ζωντανό κύτταρο της χώρας.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο κοστίζει η λειτουργία ενός μικρού σχολείου με λίγα παιδιά.
Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πόσο θα κοστίσει στη χώρα η εγκατάλειψη ολόκληρων περιοχών;
Πόσο κοστίζει η απώλεια ενός χωριού; Πόσο κοστίζει η εγκατάλειψη της παραγωγικής γης;
Πόσο κοστίζει η δημογραφική συρρίκνωση; Πόσο κοστίζει μια Ελλάδα που θα συγκεντρώνει όλο και περισσότερο πληθυσμό στα μεγάλα αστικά κέντρα, αφήνοντας τεράστιες περιοχές της περιφέρειας να γερνούν και να αδειάζουν; Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται με επικοινωνιακές εκστρατείες. Απαντώνται με πολιτικές αποφάσεις.
Τα 33 σχολεία πρέπει να γίνουν η αφετηρία μιας μεγάλης συζήτησης Η αναστολή λειτουργίας των 33 σχολικών μονάδων στην Ήπειρο δεν πρέπει να περάσει ως ακόμη μία είδηση της επικαιρότητας. Πρέπει να αποτελέσει πολιτικό συναγερμό.
Γιατί πίσω από κάθε σχολείο που κλείνει υπάρχει μια κοινότητα που συρρικνώνεται. Πίσω από κάθε άδειο θρανίο υπάρχει μια δημογραφική πραγματικότητα. Και πίσω από κάθε χωριό που χάνει τα παιδιά του υπάρχει ο κίνδυνος να χάσει αύριο και το ίδιο το μέλλον του. Η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να βλέπει το ζήτημα ως λογιστική εξίσωση. Μπορεί να μετρά μαθητές, οργανικές θέσεις και λειτουργικά κόστη.Η κοινωνία όμως πρέπει να κοιτάξει λίγο πιο μακριά.
Γιατί ένα κράτος που εξοικονομεί από το σχολείο σήμερα, μπορεί να πληρώσει πολύ ακριβότερα αύριο για να ξαναδώσει ζωή σε μια ερημωμένη ύπαιθρο.
Η Ήπειρος δεν χρειάζεται οίκτο. Χρειάζεται σχέδιο.Δεν χρειάζεται άλλες διαπιστώσεις. Χρειάζεται πολιτική.  Και κυρίως, χρειάζεται μια κυβέρνηση που θα καταλάβει ότι το δημογραφικό δεν λύνεται με  συνθήματα. Λύνεται όταν δημιουργείς τις συνθήκες ώστε μια νέα οικογένεια να μπορεί να πει: «Θα μείνω εδώ». Γιατί όσο υπάρχουν παιδιά, υπάρχει σχολείο. Όσο υπάρχει σχολείο, υπάρχει χωριό. Και όσο υπάρχει χωριό, υπάρχει ζωντανή ύπαιθρος.
Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι να ξανανοίξουν 33 σχολεία. Είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να υπάρχουν ξανά παιδιά για να τα γεμίσουν.