Οι εκλογές του Βερολίνου της 20ής Σεπτεμβρίου έγιναν υπό συνθήκες κρίσης για τα κυβερνητικά κόμματα, με την Αριστερά (Die Linke) να καταγράφει ένα σαρωτικό 25,7%, ξεπερνώντας τις δημοσκοπήσεις και κατακτώντας την πρώτη θέση.

Η Αριστερά ανέδειξε το ζήτημα της κατοικίας ως επίδικο των εκλογών αλλά και ως κόκκινη γραμμή της πολιτικής της, ηγεμονεύοντας την προεκλογική ατζέντα. Η δεξιά και η ακροδεξιά στάθηκαν απέναντι, ενώ τα κόμματα της κεντροαριστεράς κράτησαν πιο αμφίσημη στάση, αφήνοντας σενάρια κυβέρνησης προς τα αριστερά αλλά και προς τα δεξιά ανοιχτά. Κεντρικό σημείο σύγκρουσης αποτέλεσε το δημοψήφισμα DWE του 2021 για την κοινωνικοποίηση περίπου 220.000 κατοικιών, που εγκρίθηκε με 59,1%, αλλά δεν υλοποιήθηκε ποτέ και την εφαρμογή του οποίου έκανε σημαία το Die Linke στην εκλογική αυτή μάχη.
Η Αριστερά
Με μια δυναμική καμπάνια από τα κάτω, κινηματική αναφορά και σωστή ανάγνωση των αναγκών της βερολινέζικης κοινωνίας, κέρδισε υψηλά ποσοστά στους εργαζόμενους και κατάφερε σημαντική κινητοποίηση πολιτών που είχαν απέχει από προηγούμενες εκλογές.
Αξίζει να σημειωθεί πως τα τελευταία χρόνια το Die Linke στο Βερολίνο, με χιλιάδες νέα μέλη, τόσο πολιτικά όσο και ηλικιακά, έχει στραφεί σε πιο αγωνιστική κατεύθυνση, ακόμα και όταν δεν το κατάφερε επαρκώς, όπως στο ζήτημα της Παλαιστίνης.
Σε αντίθεση με άλλα κρατίδια της Γερμανίας, όπου μια πιο μετριοπαθής γραμμή εντός της Αριστεράς δεν απέδωσε καρπούς, στο Βερολίνο η ταξική αναφορά επέτρεψε στην Αριστερά να εμφανιστεί ως πραγματική εναλλακτική απέναντι στο πολιτικό κέντρο αλλά και στην ακροδεξιά AfD, η οποία συσπειρώνει μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης.
Πολιτική και μιντιακή πίεση
Η άνοδος της Αριστεράς συνοδεύτηκε από έντονη πολιτική και μιντιακή πίεση. Κατηγορίες περί «αντισημιτισμού» χρησιμοποιούνται για να στοχοποιήσουν πιο ριζοσπαστικά τμήματα του κόμματος και να αποτρέψουν πιθανές συνεργασίες της κεντροαριστεράς με αυτό.
Από τον πρέσβη του Ισραήλ μέχρι τον Markus Söder, πρωθυπουργό της Βαυαρίας, ο οποίος απείλησε να κλείσει τις «κάνουλες» προς το Βερολίνο (ενώ αξίζει να σημειωθεί πως στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου κέρδισε το AfD, κράτησε εντελώς άλλη στάση), σύσσωμο το σύστημα επιτίθεται στο Die Linke. Στην πρώτη γραμμή αυτής της μάχης βρίσκεται και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία ετοιμάζει φωτογραφικό νόμο για να απαγορεύσει τις κοινωνικοποιήσεις, παρότι αυτές είναι κατοχυρωμένες στο γερμανικό Σύνταγμα.
Η επόμενη μέρα
Η εκλογική νίκη φέρνει την Αριστερά μπροστά σε κρίσιμες επιλογές. Από τη μία πλευρά, μια πιθανή κυβέρνηση CDU, Πρασίνων και SPD, που φαινόταν να είναι το plan B για την αστική τάξη ώστε να ανακόψει την κίνηση της Αριστεράς, φαίνεται να είναι νεκρή, καθώς πιο προοδευτικά τμήματα των κομμάτων της κεντροαριστεράς δηλώνουν ανοιχτά πως δεν θα στηρίξουν μια τέτοια κυβέρνηση.
Από την άλλη, υπάρχουν πιέσεις για υποταγή σε σκληρούς κυβερνητικούς συμβιβασμούς.
Η Αριστερά δεν μπορεί να προδώσει τους προγραμματικούς της πυλώνες, πόσο μάλλον όταν το κεντρικό της αίτημα αφορά την υλοποίηση ενός δημοψηφίσματος. Παρ’ όλα αυτά, το SPD δεν στηρίζει την κοινωνικοποίηση (παρότι αποτελεί επίσημη θέση του), και από κοινού με τους Πράσινους προσπαθούν να παρέμβουν στα εσωτερικά της Αριστεράς, ζητώντας αποπομπές των «αντισημιτών», δηλαδή των αγωνιστών που πρωτοστάτησαν στους αγώνες για την Παλαιστίνη και εναντιώθηκαν στη γερμανική Staatsräson (το εθνικό δόγμα, δηλαδή, που θέτει την ασφάλεια και την υπεράσπιση του Ισραήλ ως θεμελιώδη αρχή της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής).
Σε μια στιγμή πολιτικής ηγεμονίας και με αιτήματα που αγγίζουν εξίσου τη βάση της κεντροαριστεράς, οφείλει να μείνει ανυποχώρητη στα κεντρικά πολιτικά της αιτήματα, τα οποία άλλωστε επιβεβαίωσε και σχεδόν το 60% των Βερολινέζων στο δημοψήφισμα του 2021.
Εναλλακτικά, τον κίνδυνο ενός τέτοιου ιστορικού συμβιβασμού τον γνωρίζουμε στην ελληνική Αριστερά πολύ καλά.
Πόσο δε μάλλον σε μια συνθήκη όπου η ακροδεξιά είναι προ των πυλών.
Αντί επιλόγου
Η περίπτωση του Βερολίνου δείχνει ότι μια Αριστερά με σαφή ταξικό προσανατολισμό και διάθεση σύγκρουσης μπορεί να κερδίζει. Το επόμενο επίδικο είναι να μην ενδώσει στις πιέσεις ώστε να παράξει ουσιαστικό έργο για την κοινωνία, η οποία βλέπει την πολιτική ήδη με αμφιβολία. Αν δεν μπορέσει να το πετύχει αυτό, είναι καλύτερο να παραμείνει στην αντιπολίτευση και να οργανώσει τον κόσμο για τους αγώνες που έρχονται, απέναντι στη λιτότητα, την ακροδεξιά και τον μιλιταρισμό.
μέλος- Die Linke, μέλος του συντονιστικού LAG Palästinasolidarität Berlin.
