Η προσέλκυση και, κυρίως, η παραμονή νέων ανθρώπων στην ύπαιθρο αποτελεί μέρος της λύσης σε μια σειρά από μεγάλα προβλήματα της χώρας: την επισιτιστική ασφάλεια, το δημογραφικό, την πρόσβαση σε ποιοτική και οικονομικά προσιτή τροφή, την προστασία του περιβάλλοντος και την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας.
Για την Ήπειρο το ζήτημα είναι κρίσιμο και ειδικά για τη Θεσπρωτία εντονότερο.
Σε μια Περιφέρεια με οξύ δημογραφικό πρόβλημα και αγροτικό πληθυσμό μεγάλης ηλικίας, η ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού της υπαίθρου αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την αντιστροφή της πορείας προς την ερημοποίηση.
Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από το ΙΝΑΤ, εκτιμάται ότι έξι εκατομμύρια στρέμματα αγροτικής γης στη χώρα παραμένουν ακαλλιέργητα ενώ μόλις το 7,2% των Ελλήνων αγροτών είναι κάτω των 40 ετών, έναντι περίπου 12% στο σύνολο της ΕΕ. Τι πρέπει επομένως να αλλάξει ώστε ένας νέος άνθρωπος να επιλέξει να γίνει αγρότης, να δημιουργήσει στον τόπο του και να παραμείνει εκεί; Πώς μπορεί, επίσης, να αντιμετωπιστεί το παράδοξο νέοι άνθρωποι που θέλουν να μείνουν στον τόπο τους και να δημιουργήσουν να δυσκολεύονται να βρουν γη, ενώ την ίδια στιγμή σημαντικές εκτάσεις να παραμένουν αναξιοποίητες;
Πρώτη βασική προϋπόθεση αποτελεί η δημιουργία ενός σύγχρονου, διαφανούς ψηφιακού Μητρώου Γης, ώστε ο ενδιαφερόμενος να γνωρίζει ποια έκταση είναι διαθέσιμη, πού βρίσκεται και με ποιους όρους μπορεί να αξιοποιηθεί. Απαιτείται παράλληλα η διασφάλιση μακροχρόνιας χρήσης, ώστε ο νέος αγρότης να επενδύει χωρίς φόβο ότι ένας μελλοντικός πλειοδοτικός διαγωνισμός θα του στερήσει τη γη στην οποία έχει εγκαταστήσει την παραγωγή του.
Η πρόσβαση των νέων χωρίς ιδιόκτητη γη σε παραγωγικές εκτάσεις πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα, με αξιολόγηση των επιχειρηματικών σχεδίων και χωρίς η διαδικασία να εξαρτάται από το ποιος διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια. Η πρόταση για Τράπεζα Γης, μεταξύ των θέσεων της ΕΛ.Α.Σ., κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.
Όμως η παροχή της γης δεν είναι η μόνη βασική προϋπόθεση για την αναστροφή της κατάστασης. Πρέπει να υφίστανται οι συνθήκες ώστε να μπορεί να παραμείνει αγρότης και να εξασκεί το επάγγελμά του με όρους βιωσιμότητας. Απαιτούνται επομένως ουσιαστικές λύσεις για το κόστος ενέργειας και νερού, την αγροτική οδοποιία, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
Παράλληλα, με την αποτελεσματική ιχνηλασιμότητα των προϊόντων, ο καταναλωτής θα γνωρίζει την πραγματική προέλευσή τους και ο Έλληνας παραγωγός θα προστατεύεται από αθέμιτες πρακτικές.
Ο σύγχρονος αγρότης χρειάζεται γνώση, τεχνολογία και συμβουλευτική υποστήριξη. Η δημιουργία Αγροτικού Επιμελητηρίου μπορεί να συνδέσει τον παραγωγό με την έρευνα, τη γενετική βελτίωση, την καινοτομία και τα συνεργατικά σχήματα, τις τρέχουσες τιμές των προϊόντων στην αγορά, δίνοντάς του πρόσβαση στην πληροφορία που απαιτεί η σύγχρονη παραγωγή.
Τέλος, ο αγρότης πρέπει να έχει λόγο στις αποφάσεις που αφορούν το μέλλον του. Η πρόταση για ένα Εθνικό Συμβούλιο Αγροτικής Πολιτικής, επίσης στις θέσεις της ΕΛ.Α.Σ., μπορεί να θεμελιώσει έναν ουσιαστικό θεσμικό διάλογο με τους παραγωγούς, την επιστημονική κοινότητα, τους μεταποιητές και την αγορά, ώστε όλοι οι ενδιαφερόμενοι να συμμετέχουν στον καθορισμό των στόχων της αγροτικής πολιτικής της χώρας.
Οι στόχοι αυτοί θα αποτελούν τους άξονες διεκδίκησης στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ.
Η επίλυση των κρίσιμων ζητημάτων που αντιμετωπίζει η αγροτική παραγωγή στη χώρα μας δεν αφορά μόνο ένα ακόμη πρόγραμμα επιδοτήσεων. Απαιτείται άμεσα μια νέα συνεκτική αγροτική πολιτική πολλών αξόνων, που θα κάνει την αγροτική παραγωγή βιώσιμη επιλογή ζωής για έναν νέο άνθρωπο.
Να μπορεί να βρει γη.
Να μπορεί να επενδύσει. Να μπορεί να παράγει με όρους βιωσιμότητας. Να μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια από την εργασία του.
