Το μεγάλο έργο ύδρευσης από τις πηγές του Αγίου Γεωργίου προς την Πρέβεζα, τη Λευκάδα, την Άρτα και το Άκτιο – Βόνιτσα παρουσιάζεται ως μία από τις σημαντικότερες υποδομές της Δυτικής Ελλάδας. Ωστόσο, η μεταφορά της χρηματοδότησής του από το Ταμείο Ανάκαμψης στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων δημιουργεί πλέον σοβαρούς προβληματισμούς για την πορεία και το μέλλον του έργου.
Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων λειτουργεί με ετήσιες κρατικές πιστώσεις, οι οποίες συχνά εξαντλούνται γρήγορα λόγω του μεγάλου αριθμού έργων που χρηματοδοτούνται πανελλαδικά. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι το έργο δεν έχει ακυρωθεί, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος σημαντικών καθυστερήσεων στις πληρωμές και στην εξέλιξη των εργασιών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένων δημοσιονομικών πιέσεων.
Παράλληλα, το συγκεκριμένο έργο φαίνεται πως δεν αφορά μόνο την κατασκευή ενός νέου αγωγού ύδρευσης, αλλά ενδέχεται να αλλάξει συνολικά τον χάρτη διαχείρισης του νερού στην περιοχή.
Η δημιουργία ενός κεντρικού συστήματος μεταφοράς ύδατος μπορεί στο μέλλον να οδηγήσει ουσιαστικά στην κατάργηση ή αποδυνάμωση των υφιστάμενων συνδέσμων ύδρευσης, όπως του Συνδέσμου Ύδρευσης Φιλιππιάδας – Πρέβεζας και του Συνδέσμου Ύδρευσης Λευκάδας.
Ήδη συζητείται σε κεντρικό επίπεδο η προοπτική δημιουργίας ενιαίων φορέων διαχείρισης υδάτων, οι οποίοι θα ελέγχουν συνολικά τη μεταφορά και διάθεση του νερού. Ένα τέτοιο μοντέλο συγκεντρώνει κρίσιμες αρμοδιότητες σε έναν κεντρικό μηχανισμό και δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την αυτονομία των τοπικών κοινωνιών και των δήμων.
Ταυτόχρονα, υπάρχει ο φόβος ότι το κόστος προμήθειας νερού προς τους δήμους θα αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, καθώς το νέο δίκτυο θα συνοδεύεται από αυξημένο λειτουργικό και ενεργειακό κόστος. Η ανησυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι, σε περίπτωση αργών ρυθμών αποπληρωμής μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, θα μπορούσε να ανοίξει στο μέλλον η συζήτηση για παραχώρηση της διαχείρισης ή εκμετάλλευσης του δικτύου σε ιδιωτικά σχήματα, με στόχο την αποπληρωμή και τη μακροχρόνια οικονομική αξιοποίησή του.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, προκύπτει ουσιαστικά μια έμμεση μορφή ιδιωτικοποίησης της ύδρευσης, καθώς ο έλεγχος του νερού από την πηγή μέχρι τις κεντρικές δεξαμενές των δήμων θα απομακρύνεται σταδιακά από τους τοπικούς φορείς της περιοχής.
Και ενώ η κυβέρνηση διατυμπανίζει ότι δεν υπάρχει πρόθεση ιδιωτικοποίησης των δικτύων ύδρευσης, πολλοί θεωρούν ότι η συντονισμένη προσπάθεια συγκεντροποίησης και αναβάθμισης των υποδομών, σε συνδυασμό με τα περιορισμένα χρηματοδοτικά εργαλεία που διαθέτει το κράτος, οδηγεί σχεδόν νομοτελειακά στην ιδιωτική συμμετοχή σε ένα μεγάλο μέρος του συστήματος ύδρευσης.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τεχνικό ή οικονομικό.
Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να αποφασίσουν πώς αντιλαμβάνονται το νερό: ως δημόσιο κοινωνικό αγαθό υπό δημόσιο έλεγχο ή ως μία υποδομή που σταδιακά μπορεί να περάσει σε μοντέλα ιδιωτικής διαχείρισης.
μέλος Δ.Σ ΔΕΥΑΠ
